Η κατάληψη της Κιουτάχειας, 4 Ιουλίου 1921

https://galanoleykoblog.files.wordpress.com/2016/07/ceb5cf86ceb7cebc-cf83cebacf81ceb9cf80-6-7-1921.jpg?w=620&h=227

Λεπτομέρειες στην Εφημ. ΣΚΡΙΠ, 6-7-1921

Η Μάχη της Κιουτάχειας

Ένα από τα σημαντικότερα διαπραχθέντα λάθη από τη Στρατιά Μικράς Ασίας, κατά το σχεδιασμό της μάχης της Κιουτάχειας, αλλά και κατά τη διεύθυνση της μάχης, είναι ότι η Στρατιά απέτυχε να προσδιορίσει επακριβώς το άκρο αριστερό της οχυρωμένης Τουρκικής τοποθεσίας, το μέγεθος της οχύρωσης που εκτελέστηκε ανατολικά του Ακτσάλ, καθώς και τη μεγάλη τακτική σημασία που διέθετε το ύψωμα 1799 για την σταθερότητα της όλης Τουρκικής αμυντικής τοποθεσίας. Ενώ το ύψωμα 1799 διέθετε πολύ μεγάλη φυσική αμυντική ισχύ που είχε επαυξηθεί με σοβαρά έργα οργάνωσης εδάφους (των οποίων ακόμη αναγνωρίζονται τα ίχνη στις θέσεις που προσδιορίζονται στα συνημμένα σχεδιαγράμματα) και το οποίο κυριαρχούσε απόλυτα στη γύρω περιοχή, η Στρατιά το αντιμετωπίζει στις διαταγές της, σαν ένα συνηθισμένο «ΝΤΑΓ» στη πορεία της Ι Μεραρχίας από το Καραμπουγιού προς βορρά – βορειοδυτικά. Η Στρατιά δεν έδωσε κάποια ιδιαίτερη σημασία στο ύψωμα 1799, ενώ αυτό όπως αποδείχτηκε κατά τη διάρκεια της μάχης, αποτελούσε το αριστερό στήριγμα της όλης Τουρκικής αμυντικής διάταξης. Η πτώση δε του υψώματος 1799, οδήγησε στη κατάρρευση της Τουρκικής άμυνας και στην σύμπτυξη των Τουρκικών δυνάμεων από ολόκληρη της οχυρωμένη τοποθεσία της Κιουτάχειας.

Αυτό όμως που κάνει εντύπωση και δημιουργεί απορίες, είναι οι λόγοι για τους οποίου η Στρατιά, μετά τη μάχη στο Καραμπουγιού, στρέφει το Α’ ΣΣ προς τα ΒΔ, επιζητώντας πλέον εγγύς υπερκέραση των εχθρικών δυνάμεων, από την ευρεία υπερκέραση που έδειχνε η αρχική προς τα βορειοανατολικά κίνηση του Α’ ΣΣ και δια της οποίας υπερφαλάγγιζε το ύψωμα 1799, δηλαδή το αριστερό της Τουρκικής αμυντικής διάταξης. Η στροφή του Α’ ΣΣ, μετά τη μάχη του Καραμπουγιού, προς βορειοδυτικά, οδηγεί αυτό πάνω στο αριστερό ισχυρό της Τουρκικής αμυντικής διάταξης.

Αλλά τα λάθη της στρατιάς συνεχίζονται και μετά τη πτώση του υψώματος 1799 και την ως εκ τούτου κατάρρευση της Τουρκικής αμυντικής διάταξης, όταν αντί να ωθήσει το Α’ ΣΣ προς Σεϊντί Γαζή για καταδίωξη των σε υποχώρηση Τουρκικών δυνάμεων, το στρέφει προς βορειοδυτικά, προς Καρά Τεπέ.

Όπως ανέφερα όμως και σε άλλο σημείο, η Στρατιά απέτυχε εξ ίσου και σε τέσσερις ακόμη τομείς. Σε αυτούς:

1) Της κύριας μάζας των εχθρικών δυνάμεων στις οχυρωμένες τοποθεσίες βορειοδυτικά δυτικά και νοτιοδυτικά της Κιουτάχειας.

2) Της εξαπάτησης του εχθρού όσο αφορά τη κατεύθυνση της Κύριας Προσπάθειας, δηλαδή τη κατεύθυνση στην οποία θα ενεργούσε η δύναμη υπερκέρασης.

3) Του συντονισμού των ενεργειών των επιμέρους διοικήσεων εναντίον των εχθρικών δυνάμεων που αμύνονταν στον οχυρωμένο θύλακα της Κιουτάχειας.

4) Της διεύθυνσης των επιχειρήσεων.

Η καθήλωση των κύριων εχθρικών δυνάμεων από τις δευτερεύουσες επιθέσεις

Θα ήθελα αρχικά να αναφερθώ στο ζήτημα της καθήλωσης των εχθρικών δυνάμεων στο κύριο μέτωπο της Κιουτάχειας και να το εξετάσουμε, εν τάχει βεβαίως, κατά τους τομείς ενέργειας της Στρατιάς και σε χρονική συνάρτηση βεβαίως με τις κύριες επιχειρήσεις που διεξάγονται από το Ακτσάλ Νταγ και ανατολικότερα, όπου στο κρίσιμο διάστημα 1-3 Ιουλίου 1921, συμβαίνουν τα εξής:

1) Την 1η Ιουλίου οι Μεραρχίες του Β’ ΣΣ λαμβάνουν την επαφή με τη τοποθεσία Ακτσάλ Νταγ – Τσαούς Τσιφλίκ, (η ΧΙΙΙ το μεσημέρι και η V τις νυκτερινές ώρες), ενώ οι Μεραρχίες του Α’ ΣΣ έχουν εμπλακεί στην ολοήμερη και πολυαίμακτη μάχη των Καραμπουγιού και Ρουκλού Νταγ.

2) Την 2α Ιουλίου το Β’ ΣΣ λαμβάνει επαφή με την κύρια εχθρική αμυντική τοποθεσία, Ακτσάλ Νταγ – Τσαούς Τσιφλίκ, με την μεν V Μεραρχία να εμπλέκεται από την 0815 ώρα μέχρι και τις νυκτερινές ώρες της 3ης Ιουλίου σε ένα άνισο και πολύνεκρο αγώνα με τριπλάσιες σε μέγεθος εχθρικές δυνάμεις, επιτιθέμενη, διαρρηγνύοντας την εχθρική τοποθεσία, συμπτυσσόμενη αντεπιτιθέμενη και παραμένοντας στο τέλος και με τη συνδρομή της Ι Μεραρχίας, κύρια του πεδίου της μάχης και με τη δε ΧΙΙΙ Μεραρχία αριστερά, αδρανή θεατή της αιματηρής μάχης που συμβαίνει μερικά χλμ δεξιά της και η οποία σε περίπτωση που καταλήξει δυσμενώς για τα Ελληνικά όπλα, θα μπορούσε να είχε οδυνηρές και απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρο το Νότιο Τμήμα της Στρατιάς.

3) Επίσης την 2α Ιουλίου και από τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες, η Ι Μεραρχία του Α’ ΣΣ επεμβαίνει με πρωτοβουλία του διοικητή της στη μάχη που διεξάγεται στα υψώματα του Τσαούς Τσιφλίκ προκειμένου να συνδράμει τον αγώνα της V Μεραρχίας και εμπλέκεται σε μια σκληρή και ανελέητη μάχη για τη κατάληψη του υψώματος 1799, που αποτελεί τη «κλείδα» της οχυρωμένης τοποθεσίας νότια της Κιουτάχειας, ή το άκρο αριστερό στήριγμα της υπόψη αμυντικής τοποθεσίας (και οι ισχυρά οχυρωμένες θέσεις νοτιοανατολικά του Υψώματος 1799, στο Μπεήκιοϊ, στο Καραμπουγιού Νταγ κ’ στο Αϊραντζίκ Γεντίκ, τι ήταν;).

4) Επίσης την 3η Ιουλίου, καταλαμβάνεται το ύψωμα 1799 από τη Ι Μεραρχία, αποκρούονται οι εχθρικές επιθέσεις στο Τσαούς Τσιφλίκ και ο εχθρός από τη 1000 ώρα εγκαταλείπει τη τοποθεσία συμπτυσσόμενος προς τα βορειοανατολικά.

Σε παράλληλο χρόνο με τις παραπάνω επιχειρήσεις που διεξάγονται από το Ακτσάλ και ανατολικότερα, και από τη περιοχή της Τζεντίζ μέχρι και τη Προύσα, διεξάγονται επιχειρήσεις καθήλωσης ή υπερφαλάγγισης των εχθρικών δυνάμεων από τις επιμέρους υφιστάμενες διοικήσεις της Στρατιάς, ως ακολούθως:

Βόρειο Συγκρότημα Μεραρχιών (ΒΣΜ) (ΙΙΙ κ’ ΧΙ Μεραρχίες)

1) Εξορμά από τη περιοχή της Προύσας την 27/6.

2) Την 28/6 η μεν ΙΙΙ Μεραρχία φθάνει στο Νασίφ Πασά (35 χλμ σε ευθεία γραμμή από τη τοποθεσία Αβγκίν – Κοβαλίτσα) όπου και παραμένει ολόκληρη την ημέρα της 29/6 για ανάπαυση. Την 30/6 προωθείται στο Παζαρτζίκ (25 χλμ μακριά από τον εχθρό) όπου και παραμένει ακινητούσα ολόκληρη την 1/7.

3) Η ΧΙ Μεραρχία φθάνει μέχρι την 1η Ιουλίου στη στενωπό Κιοπλού, αλλά αδυνατεί να εξέλθει από αυτή επειδή δέχεται πυρά από τα παρακείμενα υψώματα.

4) Τη 2 Ιουλίου η μεν ΙΙΙ Μεραρχία διατάσσεται να παραμείνει στις θέσεις της στο Παζαρτζίκ, η δε ΧΙ να κινηθεί νότια στο αριστερό της ΙΙΙ προκειμένου την επομένη να ενεργήσει από κοινού με την ΙΙΙ για την εκβίαση της στενωπού του Καράκιοϊ.

5) Επειδή όμως την 1/7 το Τουρκικό Σώμα Στρατού Συγκρότημα (ΣΣΣ) με τη Ταξιαρχία Ιππικού της Ι Ομάδας Μεραρχιών επιτίθεται στο Κιοπρού Χισάρ, στα νώτα της ΧΙ Μεραρχίας, απειλώντας τις συγκοινωνίες της με τη Προύσα, η ΧΙ διατάσσεται να παραμείνει στις θέσεις της για την 2/7 και να λάβει μέτρα για και να εκκαθαρίσει τη κατάσταση στη γραμμή συγκοινωνιών της.

6) Το βράδυ της 3ης Ιουλίου και ενώ ο εχθρός αποχωρεί «εν σπουδή» από την οχυρωμένη τοποθεσία της Κιουτάχειας, η μεν ΙΙΙ Μεραρχία συνεχίζει να παραμένει προ του Καράκιοϊ, η δε ΧΙ διατάσσεται να αναστραφεί και να εκκαθαρίσει τη κατάσταση στη γραμμή συγκοινωνιών της.

7) Η ΧΙ Μεραρχία επιστρέφει στο Μπιλετζίκ, εκκαθαρίζει την εκεί κατάσταση και τις επόμενες μέρες κινείται δια Κιοπλού – Καράκιοϊ στο Παζαρτζίκ, όπου φθάνει στις 7 Ιουλίου.

8) Στις 7 Ιουλίου και όταν πλέον ο εχθρός βρίσκεται ανατολικά του Εσκή Σεχήρ, η ΙΙΙ Μεραρχία μετασταθμεύει (!) από το Παζαρτζίκ στο Μπόζ Εγιούκ, όπου και παραμένει μέχρι και τις 8/7 το απόγευμα. Στη συνέχεια με νέα διαταγή μετασταθμεύει στο Ιν Εϋνού, όπου και παραμένει μέχρι και την 11η Ιουλίου.

9) Η ΧΙ Μεραρχία την 8 Ιουλίου στράφηκε για δεύτερη προς τα πίσω, προκειμένου να εκκαθαρίσει τη περιοχή του Μπιλετζίκ από τις εχθρικές δυνάμεις που απειλούν τις συγκοινωνίες της με τη Προύσα.

Είναι λοιπόν περισσότερο από φανερό, ότι το ΒΣΜ (ΙΙΙ κ’ ΧΙ Μεραρχίες) δεν μπόρεσε να λάβει μέρος έστω και έμμεσα στους αγώνες της Στρατιάς και να απειλήσει τις συγκοινωνίες του εχθρού μεταξύ Κιουτάχειας και Εσκή Σεχήρ. Όπως βεβαίως δεν έλαβε μέρος και στη μεγάλη μάχη της 8ης Ιουλίου στο Εσκή Σεχήρ, παραμένοντας μακριά από τη περιοχή των επιχειρήσεων.

Επομένως η ενέργεια της Στρατιάς από τη Προύσα προς Εσκή Σεχήρ δια του ΒΣΜ, απέτυχε πλήρως, αφού το ΒΣΜ δεν ενέπλεξε κύριες εχθρικές δυνάμεις σε μάχη και με κανένα τρόπο δεν συνέβαλε στη καθήλωση των δυνάμεων της Ι Ομάδας Μεραρχιών που αμύνονταν στη τοποθεσία Αβγκίν – Κοβαλίτσα. Τούτο κατά τη γνώμη μου, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ανεπάρκεια των δυνάμεων του ΒΣΜ που αδυνατούσε να ενεργήσει ταυτόχρονα για την υπερφαλάγγιση των κύριων εχθρικών δυνάμεων που αμύνονταν στη Κιουτάχεια, αλλά και για την εξασφάλιση της γραμμής συγκοινωνιών του με τη βάση συντηρήσεως της Προύσας, από τις ενέργειες των εχθρικών δυνάμεων που ενεργούσαν στα νώτα του.

Γ’ ΣΣ αποτελούμενο από τις VII κ’ Χ Μεραρχίες

1) Εξορμά από τη περιοχή της Προύσας την 25 Ιουνίου. Μέχρι να λάβει την επαφή με τη Τουρκική αμυντική τοποθεσία ανατολικά του Ταουσανλή, πρέπει να διανύσει μια απόσταση 200 περίπου χλμ.

2) Την 26 Ιουνίου, Τουρκικά τμήματα που βρίσκονται νοτιοανατολικά της γέφυρας του Αδρανού συμπτύσσονται ύστερα από πυρά του ΠΒ του Σώματος και τη κίνηση ενός αποσπάσματος, αλλά είναι βέβαιο ότι η πληροφορία, ότι από τη κοιλάδα του Αδρανού κινείται προς τη Κιουτάχεια ένα ολόκληρο Ελληνικό ΣΣ, φθάνει στη Τουρκική διοίκηση και έτσι το βράδυ της 29ης Ιουνίου συγκροτείται η V Ομάδα Μεραρχιών από τη 14η Μ.Ι., τη 15η ΜΠ, 2 Συντάγματα ΠΖ και 1 Σύνταγμα Ιππικού, που τάσσονται στην αμυντική τοποθεσία αμέσως βορειοδυτικά της Κιουτάχειας.

3) Από τη γέφυρα επί του Αδρανού μέχρι και τη Κιουτάχεια, το έδαφος είναι ορεινό, απροσπέλαστο και στερείται δρομολογίων εκτός από κάποια ελάχιστα ημιονικά, με αποτέλεσμα οι φάλαγγες των μεραρχιών να κινούνται με μεγάλη δυσχέρεια, το μήκος των φαλάγγων να φθάνει και τα 30 χλμ. και η αντοχή των ανδρών να δοκιμάζεται.

4) Την 30η Ιουνίου το Γ’ ΣΣ βρίσκεται 20 χλμ δυτικά του Ταουσανλή και ανασυντάσσεται ύστερα από τη κοπιώδη πορεία των 6 ημερών.

5) Την 2α Ιουλίου και ενώ στο Τσαούς Τσιφλίκ και στο Ύψωμα 1799 διεξάγεται ένας αγώνας ζωής και θανάτου, η μεν VII Μεραρχία λαμβάνει με το τελευταίο φως την επαφή με τη Τουρκική τοποθεσία, η δε Χ τις απογευματινές ώρες δέχεται πυρά πεζικού και καθηλώνεται.

6) Το Γ’ ΣΣ λαμβάνει πληροφορίες ότι οι Τούρκοι έχουν αρχίσει να αποσύρονται από τη Κιουτάχεια και διατάσσει τις Μεραρχίες του να επισπεύσουν την επιθετική τους ενέργεια.

7) Τη 1000 ώρα της 3ης Ιουλίου και ενώ ο εχθρός αποσύρει τις δυνάμεις του από το ύψωμα 1799 και τη Κιουτάχεια, οι Μεραρχίες του Γ’ ΣΣ λαμβάνουν πλέον πλήρη επαφή με την εχθρική αμυντική τοποθεσία και εμπλέκονται σε σφοδρή μάχη με τις εχθρικές δυνάμεις, οι οποίες είναι μάλλον αυτές που παρέμειναν προσωρινά επί της τοποθεσίας, προκειμένου να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στο κύριο όγκο της V Ομάδας, για να αποσυρθεί με ασφάλεια. Οι Τουρκικές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη τοποθεσία τη νύχτα της ¾ Ιουλίου διακόπτοντας την επαφή με τις δυνάμεις του Γ’ ΣΣ.

8) Παρ’ όλο που ο αγώνας που διεξήχθη στη τοποθεσία βορειοδυτικά της Κιουτάχειας είχε διάρκεια λίγων ωρών και ουσιαστικά ήταν αγώνας οπισθοφυλακών του κυρίου σώματος της V Ομάδας, οι απώλειες των Μεραρχιών του Γ’ ΣΣ ανήλθαν σε 159 νεκρούς και 532 τραυματίες.

9) Τη νύχτα της ¾ Ιουλίου, η μεν Χ Μεραρχία απείχε από τη Κιουτάχεια 15 χλμ, η δε VII 25 χλμ.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σελίδα 212 της «Επίτομης Ιστορίας» της ΔΙΣ/ΓΕΣ, «ο ελιγμός του Γ’ ΣΣ που αποσκοπούσε στην υπερφαλάγγιση του άκρου δεξιού της Τουρκικής διάταξης στη Κιουτάχεια, προσέκρουσε στις δυνάμεις της V Ομάδας Μεραρχιών και ΑΠΕΤΥΧΕ».

Βεβαίως στη σελίδα 206 της «Επίτομης» αναφέρεται ότι «η αποστολή του Γ’ ΣΣ ήταν η προσβολή των οχυρωμένων Τουρκικών δυνάμεων στη Κιουτάχεια». Δεν έχω το τόμο της ΔΙΣ για τις «Επιχειρήσεις του Ιουνίου – Ιουλίου 1921», αλλά πιστεύω ότι η καθαρή αποστολή του Γ’ ΣΣ ήταν η καθήλωση των εχθρικών δυνάμεων που αμύνονταν δυτικά και βορειοδυτικά της Κιουτάχειας. Και βεβαίως η υπόψη αποστολή δεν επετεύχθη, αφού το Γ’ ΣΣ ενεπλάκη σε αγώνα μόνο με τις οπισθοφυλακές της V Τουρκικής Ομάδας Μεραρχιών, όταν ήδη αυτή αποχωρούσε ταχύτατα προς ανατολάς.

Θυμίζω ότι σύμφωνα με το σχέδιο της Ελληνικής Στρατιάς (μνημονεύω πάντοτε την «Επίτομη», σελίδα 182), «θα επιδιωκόταν η κύκλωση του αντιπάλου με ευρείες ενέργειες εναντίον των πλευρών του, ενώ παράλληλα θα προσβαλλόταν κατά μέτωπο από το Β’ ΣΣ και ένα μικτό απόσπασμα της ΙΧ, με σκοπό τη καθήλωση του».

Επομένως, είτε το Γ’ ΣΣ αποτελούσε μέρος της αριστερής υπερκερωτικής λαβίδας της Ελληνικής Στρατιάς μαζί με το ΒΣΜ, είτε δύναμη καθήλωσης των εχθρικών δυνάμεων που αμύνονταν στη Κιουτάχεια, απέτυχε στην αποστολή του. Και το μεν ΒΣΜ δεν ενεπλάκη καθόλου στη μάχη, το δε Γ’ ΣΣ ενεπλάκη πολύ αργά. Νομίζω ότι το Γ’ ΣΣ θα έπρεπε να είχε λάβει στενή επαφή με την εχθρική αμυντική τοποθεσία το αργότερο τις μεσημβρινές ώρες της 1ης Ιουλίου 1921, ή και ενωρίτερα.

Κατά τη γνώμη μου η αποτυχία του Βόρειου Τμήματος της Ελληνικής Στρατιάς, οφείλεται στο ότι αυτό διασπάστηκε σε δύο επιμέρους ισοδύναμες διοικήσεις που ενήργησαν σε απόσταση εκτός αμοιβαίας υποστήριξης και ειδικότερα:

1) Το μεν ΒΣΜ ενήργησε σε μια κατεύθυνση, όπου πριν τρεισήμισι μήνες κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου, το Γ’ ΣΣ με 3 Μεραρχίες απέτυχε και τώρα το ΒΣΜ με μια δύναμη 2 Μεραρχιών, εκκαλείτο να πετύχει. Στη διάρκεια της προέλασης όμως από τη Προύσα προς το Εσκή Σεχήρ, η δύναμη του ΒΣΜ φάνηκε ότι ήταν ανεπαρκής για να διανοίξει τη στενωπό του Καράκιοϊ προκειμένου και να λάβει την επαφή με τον εχθρό και ταυτόχρονα να εξασφαλίσει τις γραμμές συγκοινωνιών του. Η υπόψη ανεπάρκεια είχε σαν αποτέλεσμα η μεν ΙΙΙ Μεραρχία να καθηλωθεί στο Παζαρτζίκ επειδή ήταν επικίνδυνο να ενεργήσει μόνη για τη διάνοιξη της στενωπού του Καράκιοϊ, η δε ΧΙ Μεραρχία απαιτήθηκε να αναστραφεί για να εκκαθαρίσει τη κατάσταση στα νώτα της.

2) Το δε Γ’ ΣΣ προήλασε επί πολλές ημέρες σε έδαφος παντελώς άγνωστο, δύσκολο, στερούμενο δρομολογίων, που καταπόνησε υπέρμετρα τις μονάδες, με αποτέλεσμα αυτές να λάβουν την επαφή με την εχθρική αμυντική τοποθεσία όταν πλέον ήταν πολύ αργά.

Πιστεύω (κρίση με βάση τη μεταγενέστερη γνώση) ότι αν όλες οι Μεραρχίες του Βόρειου Τμήματος της Στρατιάς ενεργούσαν συγκεντρωμένες στον άξονα Προύσα – Εσκή Σεχήρ και κάτω από τη διοίκηση του Γ’ ΣΣ (αποφεύγοντας έτσι τα περιττά διοικητικά σχήματα) το αποτέλεσμα θα είχε σημαντικότερη επιρροή στην εξέλιξη των επιχειρήσεων και μάλιστα ευνοϊκότερη ως προς το στόχο της υπερκέρασης των δυνάμεων που αμύνονταν στο μέτωπο της Κιουτάχειας. Αν όχι υπερκέρασης, τουλάχιστο καθήλωσης. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η ανεπαρκής δύναμη του ΒΣΜ και η μη εμπλοκή του στον αγώνα, επέτρεψαν στη Τουρκική ηγεσία να αφαιρέσει Μεραρχίες από τη Ι Ομάδα Μεραρχιών, τις οποίες και χρησιμοποίησε στη μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ.

Μικτό Απόσπασμα της ΙΧ Μεραρχίας εξ 7 Ταγμάτων

1) Εκκίνησε την 27η Ιουνίου από τη περιοχή βόρεια του Ουσάκ, ανέτρεψε μικρές εχθρικές αντιστάσεις της 1ης Τουρκικής Μ.Ι. βόρεια της Τζεντίζ και την 1η Ιουλίου έφθασε στο Σουσού Καγιά, όπου και συνδέθηκε βόρεια με το Γ΄ΣΣ. Σε αυτό το σημείο, στην «Επίτομη» αναφέρεται ότι το Μ.Α. της ΙΧ, έλαβε στενή επαφή με τις εχθρικές δυνάμεις. Κατά τη γνώμη μου όμως, μάλλον έλαβε την επαφή με τις προφυλακές των εχθρικών δυνάμεων, αφού η κύρια αμυντική τοποθεσία του εχθρού (σχεδιάγραμμα 27 της «Επίτομης») βρισκόταν κάποιες δεκάδες χλμ βορειοανατολικά του Σουσού Καγιά και όπως φάνηκε από τις επιχειρήσεις της 3ης Ιουλίου, το Μ.Α. προήλαυνε από το πρωί μέχρι και το απόγευμα για να λάβει την επαφή με τη κύρια αμυντική τοποθεσία του εχθρού στον αυχένα Πουλάρ.

2) Το Μ.Α. παρέμεινε σε αδράνεια στη περιοχή Σουσού Καγιά, μέχρι και την 2 Ιουλίου.

3) Το Μ.Α. της ΙΧ Μεραρχίας επιτέθηκε από τη 0500 ώρα της 3ης Ιουλίου εναντίον της εχθρικής τοποθεσίας δια δύο φαλάγγων, εκ των οποίων η μεν αριστερά ενήργησε προς τον αυχένα Πουλάρ, η δε δεξιά προς τη κορυφογραμμή του Κιρές Νταγ.

4) Η αριστερή φάλαγγα την 1130 ώρα δέχθηκε πυρά στο ύψος του χωριού Πουλάρ και ύστερα από προέλαση 5 ωρών έλαβε στενή επαφή με τα Τουρκικά τμήματα που αμύνονταν στον αυχένα Πουλάρ τα οποία και εξέβαλε με τη λόγχη από τα χαρακώματά τους την 2100 ώρα.

5) Το Μ.Α. της ΙΧ εισήλθε στη Κιουτάχεια την 1430 ώρα της 4ης Ιουλίου.

Από τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι σαφές ότι και το Μ.Α. της ΙΧ Μεραρχίας δεν μπόρεσε να καθηλώσει σημαντικές εχθρικές δυνάμεις στο μέτωπο δυτικά και νοτιοδυτικά της Κιουτάχειας. Τούτο οφείλεται αφ’ ενός στην ανεπάρκη ισχύ του Μ.Α. και αφ’ ετέρου στο ότι αυτό ενεπλάκη πολύ καθυστερημένα στη μάχη, όταν ήδη οι Τουρκικές δυνάμεις είχαν αποχωρήσει από τη «κλείδα» της όλης αμυντικής τους διάταξης, το ύψωμα 1799.

Είναι και εδώ φανερό, ότι το Απόσπασμα της ΙΧ Μεραρχίας ενεπλάκη περί την 1700 ώρα της 3ης Ιουλίου σε ολιγόωρη μάχη με τις οπισθοφυλακές της ΙΙΙ Ομάδας Μεραρχιών που εγκατέλειπε τη Κιουτάχεια.

Η Τουρκική ηγεσία λόγω της υποβαθμισμένης απειλής που αντιμετώπισε από τη κατεύθυνση του Ουσάκ, απέσυρε από τη ΙΙΙ Ομάδα Μεραρχιών την 4η Μεραρχία (την οποία μετέφερε στο Τσαούς Τσιφλίκ) και 2 ακόμη συντάγματα (+2 τάγματα) από τις 41 και 24 Μεραρχίες.

Κρίσιμοι παράγοντες για την επιτυχία της υπερκέρασης

«Η επιτυχία μιας υπερκέρασης στηρίζεται κυρίως στον επιτυγχανόμενο βαθμό αιφνιδιασμού, στην ικανότητα των δευτερευουσών προσπαθειών να καθηλώσουν τον όγκο των εχθρικών δυνάμεων που βρίσκονται προ του μετώπου τους και στον απόλυτο συντονισμό της κύριας επιθέσεως με τις δευτερεύουσες που κατευθύνονται εναντίον του μετώπου».

Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ

Δεν μπόρεσε να επιτευχθεί, ούτε σε στρατηγικό επίπεδο, αλλά ούτε και σε τακτικό. Οι προετοιμασίες της Μικρασιατικής Στρατιάς για τη μεγάλη επιχείρηση ήσαν ευρέως γνωστές, διεξάγονταν εν πολλοίς σε εχθρικό έδαφος κατοικούμενο κατά πλειοψηφία από εχθρικούς πληθυσμούς οι οποίοι ενεργούσαν με ποικίλους τρόπους υπέρ των Κεμαλικών δυνάμεων και η Ελληνική κυβέρνηση εμμέσως πλην σαφώς γνώρισε στους συμμάχους της ότι επίκειται η έναρξη της επιχείρησης όταν αρνήθηκε τη διαμεσολάβηση τους της 8ης Ιουνίου 1921, επειδή οι προετοιμασίες για την έναρξη της επίθεσης βρίσκονταν πλέον σε πολύ προχωρημένο στάδιο.

Αλλά και ο τακτικός αιφνιδιασμός δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Ούτε καν στο επίπεδο της εφαρμογής της κύριας προσπάθειας. Η Τουρκική ηγεσία με τα Τμήματα Ασφαλείας που είχε αναπτύξει ευρέως προ του μετώπου της, κυρίως δια των Μεραρχιών Ιππικού, μπόρεσε να διαγνώσει έγκαιρα τις προθέσεις (αδόκιμος όρος σήμερα) της Ελληνικής Στρατιάς όσο αφορά τις κατευθύνσεις επιθέσεως και τη δύναμη επί εκάστης κατεύθυνσης και αναπροσάρμοσε ανάλογα τη διάταξή της.

Άλλωστε η πρόθεση για ευρεία υπερκέραση του αριστερού της Τουρκικής αμυντικής διάταξης, έγινε πολύ πρόωρα αντιληπτή, όταν το Α’ ΣΣ και ειδικά η Ι Μεραρχία, ενεργώντας με σαφή κατεύθυνση προς τα βορειοανατολικά, δηλαδή στη κατεύθυνση προς Σεϊντί Γαζή, ενεπλάκη από το απόγευμα της 30ης Ιουνίου στη μεγάλη μάχη του Καραμπουγιού Νταγ.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ

Ομοίως είναι απόλυτα σαφές, ότι η Ελληνική Στρατιά απέτυχε απόλυτα στο χρονικό συντονισμό της εκτόξευσης της επίθεσης στη κατεύθυνση της Κύριας Προσπάθειας με αυτές των δευτερευουσών. Ανακεφαλαιώνοντας τα μέχρι τώρα εκτεθέντα, παραθέτω τους χρόνους επίθεσης των επί μέρους Διοικήσεων:

Α’ ΣΣ:

1) Ι Μεραρχία: Την 1815 Ω της 30ης Ιουνίου επιτίθεται στο Καραμπουγιού Νταγ, συνεχίζοντας την επίθεση και την επομένη 1η Ιουλίου, από την 0700 Ω. Από την 1700 Ω της 2 Ιουλίου, η Μεραρχία επιτίθεται εναντίον του Νασούχ Τσαλ.

2) ΙΙ Μεραρχία: Την 0430 Ω της 1ης Ιουλίου επιτίθεται προς στο Ρουκλού Νταγ. Την επομένη συνεχίζει προς το Ερικλή κινούμενη δεξιά της Ι χωρίς να συμμετέχει στη μάχη.

3) ΧΙΙ Μεραρχία: Κινείται μέχρι και την 2 Ιουλίου πίσω από τη ΙΙ Μεραρχία και δεν συμμετέχει σε καμιά απολύτως μάχη.

Β’ ΣΣ:

1) V Μεραρχία: Την 0815 Ω της 2ης Ιουλίου επιτίθεται δια του 33ου Συντάγματος εναντίον της οχυρωμένης τοποθεσία τους Τσαούς Τσιφλίκ, καταλαμβάνει τα εκατέρωθεν αυτού υψώματα, διαρρηγνύει της εχθρική τοποθεσία και συνεχίζει προς βορρά με ακάλυπτα τα πλευρά. Το 44ο Σύνταγμα επιτίθεται δεξιά του 33ου τέσσερις ώρες αργότερα. Το 33ο Σύνταγμα, χωρίς στήριγμα και απομονωμένο ανάμεσα σε εχθρικές δυνάμεις που σπεύδουν προς το Τσαούς Τσιφλίκ, συμπτύσσεται αργά το απόγευμα στη κορυφογραμμή βόρεια του Τσαούς Τσιφλίκ και αποδύεται μαζί με τα άλλα Συντάγματα της Μεραρχίας σε ένα θανάσιμο αγώνα εναντίον υπέρτερων εχθρικών δυνάμεων.

2) ΧΙΙΙ Μεραρχία: «Αρνείται» να επιτεθεί και παραμένει αδρανής στις θέσεις της, χωρίς να επεμβαίνουν οι ανώτερες διοικήσεις Σώματος και Στρατιάς για να αφαιρέσουν διοικήσεις και να επιβάλουν τη συμμετοχή στη μάχη.

Μικτό Απόσπασμα ΙΧ Μεραρχίας

Επιτίθεται την 1630 Ω της 3ης Ιουλίου 1921 στις οπισθοφυλακές της ΙΙΙ Ομάδας Μεραρχιών

Γ’ ΣΣ

Επιτίθεται την 1000 Ω της 3ης Ιουλίου 1921 στις οπισθοφυλακές της V Ομάδας Μεραρχιών.

Βόρειο Συγκρότημα Μεραρχιών

Όχι μόνο δεν είχε συμμετοχή στον αγώνα, αλλά δεν μπόρεσε να λάβει επαφή και με τη κύρια εχθρική τοποθεσία.

Ασθενή σημεία του σχεδίου επιχειρήσεων της Στρατιάς:

1) Στηρίχθηκε σε εσφαλμένες πληροφορίες όσο αφορά την οχύρωση της εχθρικής τοποθεσίας στο χώρο που επιζητούσε την υπερκέραση και δεν είχε σαφή άποψη για την τακτική αξία του υψώματος 1799 καθώς και της βαρύτητας που για τον αμυντικό αγώνα της Τουρκικής Στρατιάς.

2) Δεν είχε καθαρή άποψη για το ποιο ήταν το αριστερό της Τουρκικής αμυντικής διάταξης.

3) Δεν είχε προσδιορισμένο με σαφήνεια, το έργο που αφορούσε τη καθήλωση των εχθρικών δυνάμεων στο χώρο και το χρόνο.

4) Διέσπασε την ισχύ του βόρειου τμήματος Στρατιάς σε δύο κατευθύνσεις που δεν συνεργάζονταν μεταξύ τους.

5) Η καθήλωση του εχθρού στο κύριο μέτωπο της Κιουτάχειας είχε ανατεθεί σε ένα ασθενές Απόσπασμα Μεραρχίας.

6) Δεν προέβλεπε την ύπαρξη της αναγκαίας στρατηγικής εφεδρείας, την οποία θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει είτε για την εκμετάλλευση των ευκαιριών που παρουσιάστηκαν, είτε για τη καταδίωξη του υποχωρούντος εχθρού.

Διεύθυνση των επιχειρήσεων

Πάνω απ’ όλα όμως, το πλέον αδύνατο σημείο της επιχείρησης που αναλήφθηκε, ήταν το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο διεύθυνσης του αγώνα και σε επίπεδο Στρατιάς και σε αυτό των ΣΣ.

Επίλογος

Οι Τουρκικές δυνάμεις εγκατέλειψαν την οχυρωμένη τοποθεσία της Κιουτάχειας, χάρις στον ηρωισμό των Συνταγμάτων των I και V Μεραρχιών, που αν και ανήκαν σε διαφορετικά ΣΣ μπόρεσαν και συντονίστηκαν μεταξύ τους, όταν οι διοικήσεις των Α’ και Β’ ΣΣ δεν κατόρθωσαν να συντονίσουν τις ενέργειες των Μεραρχιών τους, όπως τόνισε με εξαιρετικά ιδιαίτερο τρόπο ο Κλεάνθης.

Από τις 11 Μεραρχίες που διέθετε η Στρατιά:

1) Δύο (2) Μεραρχίες, οι Ι και V, συμμετείχαν σε μια αιματηρή και ανελέητη τριήμερη μάχη.

2) Μία (1) Μεραρχία, η ΙΙ, συμμετείχε στη μάχη του Ρουκλού Νταγ και στη τελική μάχη το πρωί της 3ης Ιουλίου για τη κατάληψη του υψώματος 1799.

3) Τρεις (3) Μεραρχίες, οι VII, IX κ’ Χ, συμμετείχαν σε μάχες λίγων ωρών με τις οπισθοφυλακές των συμπτυσσόμενων Τουρκικών δυνάμεων.

4) Τέσσερις (4) μεραρχίες, οι ΙΙΙ, ΧΙ, ΧΙΙ και ΧΙΙΙ, δεν είχαν καμιά απολύτως συμμετοχή στη κύρια μάχη.

5) Μία (1) Μεραρχία, η IV, χρησιμοποιήθηκε προς το Αφιόν, όπου και παρέμεινε.

Περισσότερα στο belisarius21

Advertisements
This entry was posted in 1919-1922, ΑΛΥΤΡΩΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ. Bookmark the permalink.