Ὁ τελευταῖος Παλαιολόγος

https://galanoleykoblog.files.wordpress.com/2017/05/7bf4e-400px-constantine_xi.jpg?w=298&h=447– Τὸν εἶδες μὲ τὰ μάτια σου, γιαγιὰ τὸν Βασιλέα
ἢ μήπως καὶ σοῦ φάνηκε, σὰν ὄνειρο νὰ ποῦμε,
σὰν παραμύθι τάχα;

– Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ὡσὰν καὶ σένα νέα,
Πὰ νὰ γενῶ ἑκατὸ χρονῶν, κι ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι
σὰν νἄταν χθὲς μονάχα.

– Ἀπέθανε, γιαγιά;

– Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμᾶται.

– Καὶ τώρα πιὰ δὲν ἠμπορεῖ
γιαγιάκα νὰ ξυπνήση;

– Ὤ, βέβαια! Καιροὺς καιρούς,
σηκώνει τὸ κεφάλι,
καὶ βλεπ᾿ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή,
πὄχει ὁ Θεὸς ὁρίσει.

– Πότε, γιαγιά μου, πότε;

– Ὅταν τρανέψῃς, γιόκα μου,
νὰ ἀρματωθῇς, καὶ κάμῃς,
τὸν ὅρκο στὴν Ἐλευθεριά,
σὺ κι ὅλη ἡ νεολαία,
θὰ σώσετε τὴν χώρα.
Κι ὁ βασιλιὰς θὰ σηκωθεῖ
τὸν τοῦρκο νὰ χτυπήσῃ.
Καὶ χτύπα-χτύπα, θὰ τὸν πά
πίσω στὴν κόκκινη μηλιά,
καὶ πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο,
ποὺ πιὰ νὰ μὴ γυρίσῃ!

Γεώργιος Βιζυηνός (1882)

Θρῆνοι τῆς Ἁλώσεως

Advertisements
This entry was posted in ΑΛΥΤΡΩΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, ΠΟΙΗΣΗ. Bookmark the permalink.