Η μάχη του Σπηλαίου, 29-31 Μαΐου 1854

https://i1.wp.com/greveniotis.gr/media/k2/items/cache/0a877828533e893a5b9769db5c51c805_XL.jpg

Μετά την μάχη της Φιλουριάς, στόχος του ήταν τώρα να οχυρώσει την γενέτειρα του, το χωριό Τίστα (σημ. Ζιάκας), το μοναστήρι της Παναγίας στο Σπήλαιο και το δερβένι Μηλιάς – Κρανιάς για να ελέγχει και να αποκρούει την διέλευση των τούρκικων στρατευμάτων βορειοδυτικά.

Και ενώ ο Ζιάκας είχε ξεσηκώσει και είχε με το μέρος του τα Γρεβενά και τη Κοζάνη και είχε προκαλέσει την ανησυχία των Άγγλων και των Γάλλων, τα πράγματα στην υπόλοιπη Ελλάδα είχαν επιδεινωθεί: η επανάσταση στη Ήπειρο είχε κατασταλεί μετά και την πτώση του Μετσόβου, όπου είχαν οχυρωθεί οι τελευταίοι επαναστάτες, η επανάσταση στη Θεσσαλία είχε αποδυναμωθεί και όδευε σε αποτυχία και, το χειρότερο, στην Αθήνα οι Αγγλογάλλοι, αφού κατέλαβαν τον Πειραιά, ανάγκασαν την κυβέρνηση Κριεζή να παραιτηθεί και ανέλαβε ο γνωστός σε όλους για τις μηχανορραφίες του Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος αποκήρυξε την Επανάσταση και κάλεσε τους αρχηγούς να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Έτσι ο Θόδωρος Ζιάκας έμεινε μόνος και αβοήθητος με 1000 άνδρες και άλλα τόσα γυναικόπαιδα να κρέμονται από το λαιμό του, ενώ ο Αβδή πασάς με 12000 στρατιώτες και με την συμπαράσταση του Μεχμέτ Τάγου, του άσπονδου εχθρού του Ζιάκα, κινούνταν εναντίον του. Τότε πήρε την μεγάλη απόφαση: να οχυρωθεί και να πολεμήσει στο Σπήλαιο, γιατί μόνον εκεί μπορούσε ή να νικήσει ή να διαφύγει με ασφάλεια και να σώσει τα γυναικόπαιδα.

26 Μαΐου 1854. Ο Ζιάκας εισέρχεται με τους άνδρες του στο Σπήλαιο, καβάλα στο μαύρο του άλογο. Καταλύει στο μοναστήρι τη Παναγίας και σχεδιάζει την άμυνα. Μαζί του οι οπλαρχηγοί Δημήτριος Καραμήτσιος, Αλέξης Γκούντας από το Σπήλαιο, και Μαλτέζος από τον Ασπροπόταμο, οι οποίοι διακρίθηκαν για την ανδρεία τους – ο τελευταίος μάλιστα σκοτώθηκε την τελευταία ημέρα της μάχη στην τοποθεσία που και μέχρι σήμερα λέγεται «στου Μαλτέζου τη ράχη». Μαζί τους και ο Τσιουκαντάνας από το Περιβόλι.

Οι επαναστάτες εφοδιάστηκαν με τρόφιμα από το μοναστήρι της Παναγίας και πήγαν να ταμπουρωθούν στις θέσεις τους. Δόθηκε βαρύτητα στη δυτική πλευρά του χωριού, γιατί από εκεί θα έκανε την κύρια επίθεσή του ο Αβδή πασάς με το ασκέρι του. Εκεί, κατά μήκος του τείχους σε μία γραμμή 450 μέτρων, τοποθετήθηκαν 750 άνδρες, ενώ ΒΔ τοποθετήθηκε ο Καραμήτσιος με τους άνδρες του και ΝΔ οι Αιτολωακαρνάνες του Μαλτέζου και ο Αλέξης Γκούντας. Στα γυναικόπαιδα δόθηκε εντολή να μείνουν ανατολικά, στη θέση Κάψαλα, κοντά στο μοναστήρι, για λόγους ασφάλειας και διατροφής, αλλά και για να μπορέσουν, όπως και έγινε να διαφύγουν ευκολότερα. Όλα αυτά είναι γνωστά από μαρτυρίες κατοίκων του Σπηλαίου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες.

Στις 28 Μαΐου το απόγευμα, κατέφθασε ο τουρκικός στρατός από τα δυτικά και στρατοπέδευσε σε απόσταση 1200 μέτρων από το χωριό. Την άλλη μέρα το πρωί και, ενώ όλα ήταν έτοιμα για τη μάχη, κατέφθασαν στο Σπήλαιο ο Άγγλος Πρόξενος του Μοναστηρίου Longworth και ο Γάλλος Πρόξενος των Ιωαννίνων Μπερτράν, οι οποίοι του εξέθεσαν ότι η Επανάσταση στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία κατεστάλη και η ελληνική Κυβέρνηση καλεί πίσω τους επαναστάτες και δεν στηρίζει την Επανάσταση. Ο Ζιάκας στην αρχή έμεινε άφωνος, αλλά μετά από λίγο είπε με θάρρος: «Εγώ δεν ντροπιάζω τα Ελληνικά τουφέκια. Θα πολεμήσω και ό,τι θέλει ας γίνει».

Μετά την αποχώρηση των προξένων, κατά το μεσημέρι, οι τούρκοι άρχισαν τους κανονιοβολισμούς, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων: «Κατά το μεσημέρι ακούμε τα κανόνια να ρίχνουν. Κριτσούσαν οι χούνες και σε λίγο ακούμε να σφυρίζουν πάνω από τα κεφάλια μας και να σκάζουν πάρα πέρα. Τότε μας είπαν κάποιοι αξιωματικοί να πιάσουμε απέναντι από το μοναστήρι, στην πλαγιά προς την Κουτσουλάτα».

Την επομένη 30 Μαΐου οι τούρκοι εξαπέλυσαν γενική επίθεση με στόχο την κατάληψη του βορειοδυτικού σημείου, αλλά ο Καραμήτσιος με τους άνδρες τους απώθησαν με μεγάλη γενναιότητα, με αποτέλεσμα να υποστούν πολλές απώλειες.

Στις 31 Μαΐου η επίθεση έγινε στο νοτιοδυτικό σημείο στη θέση Λαλά, όπου ήταν παραταγμένοι ο Μαλτέζος με τον Αλέξη Γκούντα και τα παλικάρια τους και πρόβαλαν γενναία αντίσταση. Στο σημείο αυτό, λόγω έλλειψης πολεμοφοδίων, χρησιμοποιήθηκαν όλα τα κρασοβάρελα του χωριού γεμάτα πέτρες τα οποία προκάλεσαν μεγάλο πλήγμα στους τούρκους και έσπειραν τον πανικό. Η κατάσταση όμως είχε επιδεινωθεί, γιατί είχαν λιγοστέψει πολύ και τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.

Το βράδυ ο Ζιάκας αναγκάστηκε να πάρει την μεγάλη απόφαση: θα αποχωρούσε κρυφά με τα χίλια γυναικόπαιδα και τους άνδρες της φρουράς και θα τους οδηγούσε με ασφάλεια στην ελεύθερη Ελλάδα. Ακολουθώντας την πορεία προς Τρίκωμο, στις όχθες του ποταμού έφτασε στο δάσος της Γόργιανης στο Κηπουρειό και από εκεί πέρασε στη Θεσσαλία και από τον Κόζιακα και τα Άγραφα έφτασε στη Λαμία. Ας ακούσουμε την μαρτυρία της Αικατερίνης Γκούντα από το 1905, σε ηλικία 85 ετών: «Κι από νύχτα σε νύχτα πήγαμε στο Ρωμαίικο, σ’ ένα χωριό που εκάτσαμε τρεις μήνες κι ύστερα μς έδωσαν μπιραέτ οι τούρκοι κι ήρθαμε πάλι στο χωριό».
Και ο ίδιος ο Ζιάκας που δεν ακολούθησε τους πρόσφυγες μέχρι την Λαμία, γιατί περίμενε να πάρει πρώτα αμνηστία, γράφει στον φίλο του ταγματάρχη Κ. Φράγκο στις 10 Ιουνίου στο Νεοχώρι Αγράφων: «Ἀντεστάθην εἰς καρτεράν μάχην κατά συνέχειαν ἡμέρας ἀγωνισθείς ὑπέρ τῆς δυνάμεώς μου διά τῆς θείας βοηθείας καί ἰδών εἰς μάτην μένω πολιορκημένος, δέν μοῦ ἔστειλαν ἐπικουρίαν, καί ἐξοδεύσας ἅπαντα τά πολεμοφόδια καί τό περισσότερον τῆς πυρόπετρας, ἀπεφάσισα περί τῆς ἐξόδου μου, ἡ ὁποία ἔγινε εἰς τάς 29 λήξαντος, δευτέραν ὥραν τῆς νυκτός, μέ ἅπαντα τόν λαόν, τοῦ ὁποίου ἡ θέα σέ καταθλίβει, τόν ὁποῖον εἰς τήν φροντίδα σας ἐγκαταλείπω μέχρι τῆς γῆς τῆς κατοικίας του».

e-grevena

Advertisements
This entry was posted in 1833-1897, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. Bookmark the permalink.