Η μάχη στα Βέρβενα και στα Δολιανά, 18 Μαΐου 1821

https://i0.wp.com/www.arcadiaportal.gr/sites/default/files/scan0032.jpg

Tο ταμπούρι του Νικηταρά (οικία Χριστοφίλη)

«Σταθείτε Πέρσαι να πολεμήσουμε…»

Στό Χρυσοβίτσι συγκεντρώθηκαν οι οπλαρχηγοί γιά νά συζητήσουν τήν περαιτέρω πορεία τών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στίς 17 Μαΐου, ο Κολοκοτρώνης έλαβε επιστολή από τήν Μπουμπουλίνα, τόν Τσόκρη καί τόν Σταϊκόπουλο. Μέ τήν επιστολή τους αυτή ζητούσαν ενισχύσεις γιά τήν πολιορκία τού Ναυπλίου πού βρισκόταν σέ εξέλιξη. Ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε νά στείλει στό Ναύπλιο τόν ανηψιό του Νικηταρά. Ο Νικηταράς, εκτός τών άλλων είχε εντολή νά μαζέψει κριθάρι γιά τά στρατεύματα καί μολύβι από τά άφθονα τζαμιά τής επαρχίας. Πράγματι ο Νικήτας Σταματελόπουλος παρέλαβε 150 Καρυτινούς μαζί μέ τόν αδελφό του Νικόλαο, καί αφού ενώθηκε μέ τόν Κωνσταντίνο Αλεξανδρόπουλο καί τούς 58 Στεμνιτσιώτες του αναχώρησε γιά τό Ναύπλιο.

Στό μεταξύ ο Κεχαγιάμπεης στήν Τριπολιτσά, μετά από σύσκεψη μέ τούς αγάδες, αποφάσισε νά προβεί σέ νέα επιθετική ενέργεια, αυτή τή φορά όχι πρός τήν δυτική πλευρά, η οποία ήταν ενισχυμένη από τούς γκιαούρηδες, αλλά πρός τήν ανατολική πλευρά, όπου οι επαναστάτες ήταν πολύ λιγότεροι. Τό τουρκικό στράτευμα ξεκίνησε τά χαράματα τής 18ης Μαΐου 1821 μέ 6000 άνδρες καί δύο κανόνια, χωρισμένο σέ τρία τμήματα. Τό πρώτο θά πήγαινε πρός τό Μαρμαροβούνι καί από εκεί στά Δολιανά, τό δεύτερο θά πήγαινε βορειότερα από τά Δολιανά καί τό τρίτο θά κατευθυνόταν πρός τό Δραγούνι, όπου υπήρχε μικρή ελληνική δύναμη υπό τόν Γεώργιο Διγενή από τόν Άγιο Πέτρο. Οι Τούρκοι κατά τήν έξοδό τους δέν έγιναν αντιληπτοί από τόν σηματογράφο τής Επάνω Χρέπας. Τό σκοτάδι τής νύκτας καί η πρωϊνή ομίχλη τούς βοήθησε νά προχωρήσουν απαρατήρητοι εναντίον ενός ανύποπτου εχθρού.

«Εντοσούτω η εν τώ Βαλτετζίω συμβάσα αυτή μάχη τών 12 καί 13 Μαΐου 1821, αφ’ ης επροξενήθη τοσαύτη καταστροφή εις τούς Οθωμανούς, επεσφράγισε τάς ελπίδας τών Ελλήνων ότι η χείρ τού Υψίστου είναι μετ’ αυτών, ότι θέλει προοδεύσει ο σκοπός τής ελευθερίας. Αλλ’ εάν απετύγχανον οι Έλληνες εις τήν μάχην αυτήν, οι Οθωμανοί έχοντες τήν βάσιν των εις τήν πληθύν τού αριθμού των, εσχεδίαζον ώστε αφ’ ου διασκορπίσουν πρώτον τούς Έλληνας, νά καταδιώξωσιν έπειτα όπισθεν καθ’ όσον αφώρα τήν βλάβην τών Ελλήνων καί ακολούθως νά τοποθετηθώσιν αυτοί εις τήν Μεγαλούπολιν εις τήν Κώμην τού Σινάνου ονομαζομένην, εκείσε δέ νά προσκαλέσωσι τούς απλούς καί χωρικούς Έλληνας, τούς οποίους μέ προσπεποιημένας υποσχέσεις διά τήν διατήρησιν τής υπάρξεώς των νά εφοδιάσωσι μέ προσκυνοχάρτια, κολακεύοντες αυτούς προσωρινώς καί επιθέτοντες τό έγκλημα τής αποστασίας επί τών προεστώτων καί τών αρχιερέων.

Αυτούς δέ νά σφάξωσι, τούς δέ άλλους κατοίκους τής Πελοποννήσου, πρίν ή παρέλθη έν έτος, νά μετοικήσωσιν εις τήν Αίγυπτον, εις τήν Ασίαν, εις τήν Κωνσταντινούπολιν καί εις οποίον άλλο μέρος ήθελον εγκρίνει, νά φέρωσι δέ εις τήν Πελοπόννησον αποίκους εκ τών μερών εκείνων Οθωμανούς τε καί Χριστιανούς, διά νά κατοικηθή η Πελοπόννησος παρά τοιούτων νέων κατοίκων πάσης τάξεως. Αλλά άλλαι μέν βουλαί ανθρώπων, άλλα δέ Θεός κελεύει.

Μετά δέ τήν εν Βαλτετζίω γενομένην μάχην οι Οθωμανοί ηθέλησαν νά δοκιμάσωσι καί άλλην μίαν φοράν τήν τύχην των, όθεν τήν 18ην Μαΐου εξεστράτευσαν διά νυκτός περίπου τών 6000 Οθωμανοί πεζοί τε καί ιππείς, φέροντες μεθ’ αυτών καί δύο κανόνια. Εν δέ μέρος ιππικού διέβη διά νυκτός από τήν οδόν τού Κούβλι καί κατέλαβεν τά όπισθεν τών εν Δολιανοίς στρατοπεδευμένων Ελλήνων, οι δέ λοιποί ώδευσαν κατ’ ευθείαν εις τά Δολιανά.»

Επιτομή τής Ιστορίας τής Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αμβρόσιος Φραντζής 1839

Ο Νικηταράς φεύγοντας από τό Βαλτέτσι πέρασε από τά Δολιανά γιά νά ανεφοδιασθεί μέ τρόφιμα. Οι Δολιανίτες τού επεφύλαξαν ψυχρή υποδοχή καί μάλιστα αρνήθηκαν νά δώσουν στόν αδελφό του Νικόλα ένα φόρτωμα κρασί πού τούς ζήτησε. O Νικήτας πήρε τόν δρόμο γιά τό Άργος, αλλά ύστερα από λίγο είδε μερικούς Δολιανίτες νά τρέχουν καί νά τόν καλούν νά γυρίσει πίσω διότι φάνηκαν Τούρκοι μέ κατεύθυνση τό χωριό τους. Ο Νικόλας εκνευρισμένος από τή στάση τών ομοθρήσκων του πρότεινε στόν αδελφό του νά μήν τούς βοηθήσουν.

«- Πάμε εις τόν δρόμον μας καί ας μήν αφήσουν απ’ αυτούς οι Τούρκοι ούτε ρουθούνι.»

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος πού δέν κράταγε κακία σέ κανέναν, απάντησε.

«- Αδελφέ μου, εγώ γιά Περσιάνους πάω εις τό Ανάπλι γυρεύοντας καί τώρα πού τούς ηύρα εδώ νά τούς αφήσω; Δέν τό κάμω.»

Ο αγνός Ρωμιός αποκάλεσε τούς βαρβάρους μέ τό όνομα «Περσιάνους», όπως ακριβώς τούς αποκαλούσαν καί οι βυζαντινοί προγόνοι του. Χωρίς νά χάσει καιρό ο Νικήτας γύρισε καί ταμπουρώθηκε στά σπίτια τού χωριού μέ τούς στρατιώτες του καί μερικούς ντόπιους από τόν Άγιο Πέτρο. Κεφαλές στό μικρό στρατό τών τριακοσίων ανδρών ήταν ο Μητρομάρας Αθανασίου, Μάχη στά Βέρβαινα 1821 ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος ή Λιάπης, ο Θεόδωρος Αντωνάκης, o Θεόδωρος Πολίτης, o Αναγνώστης Προεστάκης καί άλλοι. Οι κλεισμένοι έπιασαν δεκατρία σπίτια καί ο Νικήτας έπιασε τό σπίτι τού Χριστοφίλη. Όμως τόν σημαιοφόρο του Θανάση Μανιάτη μέ τή σημαία του τόν έστειλε στό σπίτι τού Καραμήτρου, γιά νά ξεγελάσει τόν Κεχαγιάμπεη.

Πράγματι ο Τούρκος στρατηγός έστησε τά κανόνια του απέναντι από τό σπίτι πού κυμάτιζε η σημαία του Σταυρού. Όλες οι μπάλλες όμως πήγαν χαμένες, αφού τό σπίτι ήταν πετρόχτιστο καί δέν πάθαινε καμμία ζημιά. Μάλιστα ένας Κλέφτης Μπαρμπιτσιώτης σημάδεψε τόν τοπτσίμπαση (αρχιπυροβολητή) καί τόν άφησε στόν τόπο. Τότε ο Κεχαγιάς πρόσταξε νά σταματήσει τό κανονίδι καί νά ξεκινήσει τό λιανοντούφεκο.

https://i0.wp.com/users.sch.gr/fstav/epanastasis/vervena.jpgΣτό μεταξύ οι άλλες δύο εχθρικές κολώνες (στρατιές) περικύκλωσαν τά Βέρβαινα, όπου πάτησαν τήν ψηλότερη κορυφή τού χωριού. Ο Γιατράκος μέ 500 άντρες έκανε μία έφοδο γιά νά τούς απωθήσει αλλά δέν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι έστησαν τά μπαϊράκια τους πάνω στόν λόφο γιά νά τά βλέπουν οι ομόθρησκοί τους καί συνέχισαν νά σφυροκοπούν τά σπίτια πού ήταν κλεισμένοι οι Έλληνες. Τότε παρουσιάστηκαν δύο Μανιάτες στόν δεσπότη τών Βερβένων καί τού ζήτησαν τήν ευχή του γιά νά πάνε νά γκρεμίσουν τά τούρκικα μπαϊράκια. Πράγματι ύστερα από λίγο οι τούρκικες σημαίες έπαψαν νά κυματίζουν καί οι μπαϊρακτάρηδες κείτονταν σφαγμένοι στό χώμα.

Μόλις είδαν οι Έλληνες πού πολεμούσαν στά Βέρβαινα τό περιστατικό άρχισαν νά φωνάζουν «γιουρούσι! γιουρούσι!» καί μέ γυμνά σπαθιά έπεσαν κατά τών αντιπάλων τους. Τσάκισαν οι Τούρκοι ενώ οι ντελήδες πάνω στόν πανικό τους έπεφταν μέ τά άλογά τους κάτω από τά βράχια. Μόλις είδαν οι άντρες τού Νικηταρά τήν φυγή τών Τούρκων, ακολούθησαν τόν αρχηγό τους, ο οποίος ήδη μέ τό γιαταγάνι στό χέρι είχε πάρει στό κυνήγι τούς εχθρούς καί τούς κατεδίωκε έξω από τά Δολιανά.

Οι πολεμιστές του βλέπουν τό Νικηταρά μέ τήν πάλα νά πέφτη μέσα στούς Τούρκους καί ν’ ανεβοκατεβάζη πάνω τους τό σπαθί του. Φόβος καί τρόμος πιάνει τούς εχθρούς. Δέ ρίχνουν ντουφεκιά, μόνο πασχίζουν φεύγοντας νά γλυτώσουν απ’ τά ελληνικά σπαθιά. Κι οι Έλληνες, μέ πρώτο πάντα τό Νικηταρά όλο τούς κυνηγάνε.

Άρχισε κιόλας νά νυχτώνη. Δέ φτάνει τό σκοτάδι μά πιάνει καί βροχή. Άλλο πού δέ θέλανε οι Έλληνες. Τ’ ασκέρια τού Κεχαγιάμπεη χάνουν τό δρόμο. Απ΄τό σκοτάδι καί τήν τρομάρα τους δέν ξέρουν κατά πού νά πάνε. Οι Έλληνες τούς προκάνουν καί τούς ξεκάνουν. Όλη τή νύχτα βαστάει αυτό τό ανθρωποκυνήγι. Τά ξημερώματα μετράνε διακόσια κουφάρια πού είχε αφήσει απ’ τούς δικούς του φεύγοντας ο Κεχαγιάμπεης. Χώρια όσους πρόκαναν καί πήραν. Από λαβωμένους τρείς φορές περισσότεροι!

Τά παλληκάρια χωράτευαν ο ένας τόν άλλον καί λέγαν:

«- Πού είναι οι Τούρκοι ορέ; Πού είναι οι Τούρκοι;»

Τά ρούχα τού Νικήτα ήταν καταματωμένα απ’ τούς μουσουλμάνους. Τό χέρι του ήταν αγκυλωμένο στό σπαθί. Κάποιος γεροκλέφτης τού φώναξε.

«- Νά μάς ζήσει ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος!»

users.sch.gr

Advertisements
This entry was posted in 1821, ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ. Bookmark the permalink.