Στό Χάνι τῆς Γραβιᾶς, 8 Μαΐου 1821

https://galanoleykoblog.files.wordpress.com/2016/05/31344-graviabattle.jpg?w=440&h=415

«Για χάνι μ’ είχαν χτίσει,
μα ο γιος τ’ Αντρούτσου μ’ έκανε
της δόξας ρημοκκλήσι»

Οἱ δυό πασᾶδες (Ὀμέρ Βρυώνης καί Κιοσσέ Μεχμέτ) ἀποφασίζουν,ἔπειτα ἀπό τήν νίκη τους (στήν γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας) νά διαβοῦν ἀνάμεσα ἀπό Παρνασσό καί Γκιώνα,νά φτάσουν στά Σάλωνα,νά σκλαβώσουν τό Γαλαξείδι καί νά περάσουν ἀπ’ αὐτό στόν Μοριᾶ.
Ὀ Ὀμέρ Βρυώνης,γνώριμος τοῦ Ἀντρούτσου ἀπό τό σεράϊ τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ,στοχάζεται πώς εἶναι ἀκόμα οἱ παλιοί καιροί καί πώς θά μπορέση νά τοῦ γυρίση τά μυαλά.Τοῦ στέλνει μιά γραφή,πού σ’ αὐτή -ἀφοῦ τοῦ ἔταζε νά τόν κάνη ντερβέναγα ὅλης τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος- τοὔλεγε πώς τραβάει γιά τό χάνι τῆς Γραβιᾶς,ὁπού να ‘ρθῆ κι αὐτός ἐκεῖ,νά τά κουβεντιάσουν καί νά τά ταιριάξουν ὅλα.Πραγματικά ὁ Ἀντροῦτσος,μόλις πῆρε τήν γραφή,σηκώνει τά παληκάρια του καί τρέχει μέ τόν Πανουριᾶ καί τόν Δυοβουνιώτη,στήν συνάντησι πού τοῦ ‘δωσε ὁ πασᾶς.
Τοῦτο τό χάνι,πού δοξάστηκε γιά πάντα στήν ἱστορία τοῦ τόπου μας,ἦταν χτισμένο ἀπό πλιθιά,λάσπη ἀνακατεμένη μ’ ἄχερα καί πάνω σέ ἴσιωμα.Μήτε τό παλιόπραμα σοῦ γέμιζε τό μάτι,μήτε ἡ θέσι δυνατή.Κι ὅμως,σάν φτάσανε ἐκεῖ οἱ Ἕλληνες,ὁ Ἀντροῦτσος τούς λέει νά μποῦν σ’ αὐτό καί νά ταμπουρωθοῦν γιά νά ἀντιβγοῦν στ’ ἀσκέρι τῶν πασάδων.Τοῦ ἀποκρίνονται οἱ καπεταναῖοι,πώς μεγαλύτερη κακοκεφαλιά δέν μποροῦσε νά γίνη.Θά ‘ταν σάν νά κλείνονταν μέσα σέ φᾶκα,θ’ ἀδικοχάνονταν καί θ’ ἀκολούθαγε τό μάθημα τῆς Ἀλαμάνας.

– «Ἄν ἐσεῖς δέν θέτε νά μπῆτε στό χάνι,ἐγώ θά μπῶ» τούς λέει.«Ὁ Πανουριᾶς κι ὁ Δυοβουνιώτης,ἄς πιάσουν ἀπό ζερβά τήν ροῦγα κατά τό Χλωμό κι ὁ Κοσμᾶς ἀπό δεξιά,τήν βρύση τοῦ Σόντσικα».
– «Αὐτό γίνεται» τοῦ ἀπάντησαν.«Μά ξανά σοῦ δίνουμε τήν συμβουλή,νά μήν κλειστῆς στό χάνι».

Ὅσο τά μίλαγαν αὐτά,φάνηκε στό βάθος τ’ ἀσκέρι τῶν πασάδων.Δέν ἀπό μεινε πιά καιρός γιά χάσιμο.Τραβάει ὁ Ἀντροῦτσος τόν κεφαλόδεσμό του,τόν ἀνεμίζει μέ τ’ ἀριστερό του χέρι,βάζει τό δεξί στήν μέση καί φωνάζει:

-Λεβέντες,ὅποιος θέλει νά μ’ ἀκολουθήση,νά πιαστῆ στόν χορό.

Πρῶτος ἔτρεξε καί πιάστηκε ὁ Γκοῦρας κι ἔπειτα ἀπ’ αὐτόν ὁ τουρκαρβανίτης Γκίκας Μουσταφᾶς,ὁ μπιστικός του,πού τόν ἀκολούθησε παντοῦ καί πάντα ὥς τό τέλος.Κι ἀρχίζει ὁ Ἀντροῦτσος τό τραγούδι:

«Κάτου στοῦ Βάλτου τά χωριά,
Ξερόμερο καί Ἄγραφα
καί στά πέντε βιλαέτια.
Βᾶλ’τε μπρέ νά πιοῦμ’ ἀδέλφια.»

Πιάνονται κι ἄλλοι στό τραγούδι καί στόν χορό,ἕνας-ἕνας· ὁ Παπαντρέας,ὁ Τράκας,ὁ Μάρος,ὁ Βουτούνης.

«Ἐκεῖ εἶν’ οἱ κλέφτες οἱ πολλοί,
οὗλοι ντυμένοι στό φλουρί,
κάθονται καί τρῶν’ καί πίνουν
καί τήν Ἄρτα φοβερίζουν.»

Βρόνταγαν τ’ ἅρματα ‘πάνω τους καί σφύριζαν κλέφτικα.Ἡ λεβεντιά παράσερνε τήν λεβεντιά.Χορεύανε τώρα,μαζί μέ τούς ἄλλους,οἱ Καπογιωργαῖοι ἀπό τό Ξερόμερο,ὁ Γαβγίνας ἀπό τήν Εὔβοια,ὁ Ζαφείρης ἀπό τά Ἑφτάνησα,ὁ Κίρκος μέ κάμποσους Γαλαξειδιῶτες,ὁ Καπλάνης.

«Πιάνουν καί γράφουν μιά γραφή,
χέζουν τά γένεια τοῦ κατῆ,
γράφουνε καί στό Κομπότι,
προσκυνοῦνε τόν Δεσπότη.»

Κι ὅσο τραγούδαγαν…καί τσάκιζαν τίς μέσες…καί βάραγαν τά τσαρούχια…κι ἔφερναν γύρω…κι ἄλλοι παίζανε τά παλαμάκια,τόσο καί πιότεροι πιάνονταν.Τέλος,ἑκατόν δεκά ἑπτά ἥρωες σέρνουν τόν χορό.Τραγουδώντας καί χορεύοντας,μπαίνουν γλεντοκοπώντας στό χάνι.

«Μπρέ τοῦρκοι κάτσετε καλά,
γιατί σᾶς καῖμε τά χωριά.
Δῶσ’τε μας τ’ ἁρματολίκι
γιατί ἐρχόμαστε σάν λῦκοι.»

Παύει τό τραγούδι.Ἀκούγονται πέτρες νά κυλᾶνε καί ξῦλα νά σπᾶνε.Νά τά σωριάζουνε πίσω ἀπό τίς πόρτες καί τά παράθυρα γιά νά δυναμώσουν.Μέ τά μαχαίρια τους ἀνοίγανε ὁλοῦθε μασγάλια (ντουφεκίστρες) στούς τοίχους.
—————————————————————–
Φτάσαν οἱ ὀχτροί.Μπροστά,τράβαγε καβάλα σ’ ἄλογο ἕνας ντερβίσης,περιτριγυρισμένος ἀπό ντελῆδες (ἱππεῖς).

– «Ποῦ πᾶς,ὠρέ τοῦρκε» τόν ρωτάει ὁ Ἀντροῦτσος.
– «Πάω νά κόψω καί νά σκλαβώσω γκιαούρηδες» τοῦ ἀποκρίνεται ἐκεῖνος.

Δέν πρόλαβε ν’ ἀποσώση τόν λόγο κι ἕνα βόλι τόν σωριάζη νεκρό.Οἱ τοῦρκοι λυσσᾶνε ἀπό τό κακό τους.Βαροῦν τά τουμπελέκια τους,ἀνεμίζουν τά μπαϊράκια τους,ξεγυμνώνουν τά γιαταγάνια καί -κλείνοντας μέ τό ‘να χέρι τά μάτια γιά νά μήν βλέπουν τόν χάρο πού τούς βίγλιζε ἀπό τίς πολεμῖστρες- χύνονται νά πατήσουν τό παλιοχάνι.Κι ῆσαν τόσοι πολλοί,πού ἔλεγες ὅτι θά τό ξήλωναν μέ τά χέρια τους ἤ θά τό σάρωναν μέ τίς πλᾶτες τους.
Μά τί φωτιά ἦταν ἐκεῖνη πού ξέρναγε τό παλιόπραμα;Στρώνεται ἡ γῆς κουφάρια καί τά βογγητά τῶν λαβωμένων σμίγουν μέ τούς βρόντους τῶν ντουφεκιῶν.Μονάχα λιγοστοί καταφέρνουν νά φτάσουν ὡς τό χάνι.Γυρεύουν νά χώσουν τίς μποῦκες τῶν ντουφεκιῶν τους στά μασγάλια,μά βρίσκουν τόν θάνατο.Μπροστά σέ τόσον ἀκαρτέρευτο ὄλεθρο,τούς κόβεται ἡ ὁρμή κι ἀποκαρδιωμένοι σταματᾶνε τό γιουρούσι.
Σαστίζουν οἱ πασᾶδες.Δέν τό χωράει ὁ νοῦς τους πώς ἐκεῖνο ‘κεῖ τό χάνι,μιᾶς κλωτσιᾶς πράμα,θά ὀρθωνόταν ἄπαρτο κάστρο μπροστά στ’ ἀσκέρι τους.Ἄμ ποῦ νά καταλάβουν πώς τοῦτα τά πλιθιά εἶχαν γι’ ἀγκωνάρια τους τήν λευτεριά.Ἡ κλεφτουριά,πού γιά τριακόσια χρόνια πολέμαγε πάνω στά βουνά μας τόν τύραννο,γινόταν τώρα μέσα στό Χάνι τῆς Γραβιᾶς τ’ ἀθάνατο Εἰκοσιένα!
Ἀφοῦ ἀνάσανε κάπως τό τούρκικο ἀσκέρι κι ἀμίλητο κολάτσισε γιά νά στυλωθῆ λιγάκι,προστάζουν οἱ πασᾶδες νά ἑτοιμασθῆ γιά καινούριο ρεσάλτο.Οἱ ντερβισᾶδες κάνουν ντουάδες (ἱκεσίες) στόν ἀλλάχ κι ἀνεμίζοντας τά κοφτερά τσεκούρια τους φανατίζουν τ’ ἀσκέρι,τάζοντας χαρέμια καί πιλάφια στόν ἄλλον κόσμο,σ’ ὅποιον σκοτωθῆ πολεμώντας τό ἄπιστο γένος τῶν γκιαούρηδων.Μπαίνουν μπροστά οἱ μπαϊραχτάρηδες (σημαιοφόροι),ἔχοντας ὁλοτρόγυρα τούς πιό γκαρδιωμένους.Φωνάζει ὁ Ὀμέρ Βρυώνης:»Ὅποιοι ἀπό ἐσᾶς θά πατήσετε πρῶτοι τό χάνι,τάζω νά δώσω πέντε πουγκιά στόν καθένα»
Χύνουνται σάν ἕνας ἄνθρωπος μπροστά.Οἱ δικοί μας σημαδεύουν τούς μπαϊραχτάρηδες,πού σωριάζονται σάν τσακισμένα κοντάρια.Ἕνας μονάχα καταφέρνει νά φτάση σέ μιά γωνιά τοῦ χανιοῦ καί νά μπήξη τό μπαϊράκι του.Σάν τό ‘δανε οἱ ἄλλοι σκέφτηκαν πώς πάρθηκε τό χάνι καί ρίχνονται σίφουνας ἐπάνω του.Γυρεύουν νά σπάσουν πόρτες καί παράθυρα μέ τά πελέκια τους καί νά ‘ξαρθρώσουν τά πλιθιά μέ τά νύχια τους καί τίς χαντζᾶρες τους.Ἀστράφτουν μπιστόλες καί ντουφέκια,τσακίζονται σπαθιά καί γιαταγάνια καί βρίζονται Ἕλληνες καί τοῦρκοι.Τό χάνι τό ‘ζωσε πιά ὁ θάνατος.Μήτε κἄν φαίνεται ἀπό τόν καπνό,τήν σκόνη καί τήν ἀντάρα.
– «Καρδιά παιδιά καί τούς φάγαμε!» φωνάζουν ὁ ἕνας στόν ἄλλον οἱ κλεισμένοι.
Τά ντουφέκια ἄναβαν πιά στά χέρια τους καί -μήν ἔχοντας νερό- τά κατούραγαν γιά νά κρυώσουν.

– «Ἐβγᾶτε ὄξω,ώρέ γκιαούρηδες,ἄν εἴσαστε παληκάρια» τούς φώναζαν οἱ τοῦρκοι.
– «Ἐμπᾶτε μέσα ,ὠρέ μεμέτηδες,ἄν σᾶς βαστάει ὁ κῶλος» ἀποκρίνονταν οἱ δικοί μας.

Ρεσάλτο πάνω στό ρεσάλτο κάνουν οἱ τοῦρκοι.Κι ὅλο καί πιότεροι σωριάζονταν.Κι ἐκεῖνοι πού ὁρμοῦσαν,ἔπρεπε νά πατήσουν πάνω σέ κουφάρια καί σέ λαβωμένους γιά νά περάσουν.Δέν νταγιαντοῦνε πιά.Στ’ ἀνάθεμα καί τά οὐρί στόν παράδεισο καί τά πουγκιά τοῦ Ὀμέρ Βρυώνη!Ἀποτραβιοῦνται.
Οἱ μπλοκαρισμένοι σκουπίζουν μέ τά μανίκια τῶν πουκάμισών τους τόν ἱδρῶτα τους,πού ἔπηξε ἀπό τούς καπνούς τῶν ντουφεκιῶν,’πάνω στά πρόσωπά τους.Ἴσαμε τριακόσιοι τοῦρκοι σκοτώθηκαν κι ἑξακόσιοι λαβώθηκαν.Ἕξι δικοί μας χάθηκαν.
Οἱ πασᾶδες προστάζουν τ’ ἀσκέρι νά ζώση ἀπό παντοῦ τό χάνι καί στέλνουν ἀνθρώπους στήν Λαμία νά φέρουν κανόνια,γιά νά τούς χαλάσουν,τήν ἑπόμενη ἡμέρα,μέ χοντρή φωτιά.
Καταματωμένο τό τούρκικο ἀσκέρι σώπαινε.Τήν ἡσυχία τῆς νύχτας τήν ἔσχιζαν κάπου-κάπου οἱ βόγγοι τῶν λαβωμένων.Οἱ κλεισμένοι ἀνοίγουν ἕνα λάκκο μέσα στό χάνι καί θάβουν τούς σκοτωμένους συντρόφους τους.Ἔπειτα τούς λέει ὁ Ἀντροῦτσος νά «φᾶνε» μέ τά σπαθιά τους ἀπό τήν μέσα μεριά τά πλιθιά,ἔτσι ὥστε μέ τό πρῶτο σπρώξιμο πού θά τούς κάνουν,νά πέσουν ὅλα κατά ὄξω.Ὕστερα κάθησαν νά γευτοῦν τό λιγοστό κριθαρένιο ψωμί πού ‘χανε μαζί τους.Ἡ νύχτα διάβαινε.Κρώζανε τά νυχτοπούλια καί τό τούρκικο ἀσκέρι εἶχε ἀποκοιμηθῆ πιά.Ἀπόμεναν δυό ὧρες γιά νά φέξη.

– «Σηκωθῆτε,ἀδέλφια» τούς λέει ὁ Ἀντροῦτσος.

Ἑτοιμάζονται.Κρατᾶνε μέ τό ‘να χέρι τό ντουφέκι καί μέ τ’ ἄλλο τό σπαθί.Στριμώχνονται μπουλοῦκι σιμά στόν μισοφαγωμένο τοῖχο,μπήγουν μιά φωνή,πέφτουν μέ τίς ὡμοπλᾶτες τους ‘πάνω του,τόν γκρεμίζουν καί πηδᾶνε ἔξω μέ πρῶτον τόν Γκοῦρα.Τελευταῖος βγῆκε ὁ Ἀντροῦτσος φωνάζοντας: «Ἄπάνω τους,Ἕλληνες»
Ὥσπου οἱ ὀχτροί νά καταλάβουν τί τρέχει,νά σηκωθοῦν καί νά ντουφεκίσουν,οἱ δικοί μας πέρασαν ἀνἀμεσά τους,χώθηκαν μέσα στά σπαρτά καί χάθηκαν μέσα στήν νῦχτα οἱ ἥρωες πού ἀνάστησαν τήν Πατρῖδα ἐκεῖνη τήν ‘μέρα.
Τό Χάνι τῆς Γραβιᾶς εἶχς ἀπαθανατισθῆ.Ἀπό γενιά σέ γενιά,θά τό προφέρουν μέ θαυμασμό τά χείλια τῶν Ἑλλήνων.
Καί δέν στάθηκε μονάχα ἔξοχο ἐπεισόδιο παληκαριᾶς στόν ἀγῶνα ἕνός λαοῦ γιά τήν λευτεριά του.Ἔσωσε ‘κείνη τήν στιγμή τήν Ἐπανάστασι.Χάρισε θᾶρρος σ’ ὅλη τήν Στερεά,ἔπειτα ἀπό τό πάθημα τῆς Ἀλαμάνας.Οἱ τοῦρκοι,πού κατέβαιναν ποτάμι φουσκωμένο,λογαριάζοντας πώς θά παράσερναν τά πάντα στο διάβα τους,μούδιασαν.Ἀπόμειναν ἐκεῖ μιά ἑβδομάδα γιά νά συνεφέρουν ἀπό τό αἷμα πού ἔχασαν.Καί τοῦτος ὁ χαμένος καιρός γίνηκε ἡ αἰτία νά μήν μπορέσουν νά κατεβοῦνε στόν Μοριά καί νά πνίξουν τόν Σηκωμό,πού ‘ταν ἀκόμα στά σπάργανά του.

Ἀπό τόν ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ τοῦ Δημ.Φωτιάδη,μέρος Β’ ΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΚΙ ΟΙ ΚΑΛΑΜΑΡΑΔΕΣ,σελ: 104-7,ἐκδ.ΚΕΔΡΟΣ,1959

Advertisements

About ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΕΝΕΕΥΣ

*...ἡ καλουμένη Τενέα. οἱ δὲ ἄνθρωποί φασιν οἱ ταύτῃ Τρῶες εἶναι, αἰχμάλωτοι δὲ ὑπὸ Ἑλλήνων ἐκ Τενέδου γενόμενοι...*
This entry was posted in 1821, ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821, ΗΡΩΪΚΩΣ ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ. Bookmark the permalink.