Ορλωφικά: Οι μάχες στην Τριπολιτσά και στην Πάτρα (29 Μαρ. και 3 Απρ. 1770)

https://i0.wp.com/www.mani.org.gr/istor/orlof/tripoli.jpgΠερί τα τέλη Μαρτίου 1770, περίπου έναν μήνα από την έναρξη των επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο, οι Ρώσοι και οι ντόπιοι επαναστάτες ήλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου, καθώς επίσης και ήσσονος στρατιωτικής σημασίας πόλεις και οχυρές θέσεις, χωρίς ωστόσο να έχει δοθεί κάποια σημαντική μάχη. Την εποχή εκείνη λοιπόν και ενώ ο κύριος όγκος των επαναστατών κατευθυνόταν από το Λεοντάρι προς την Τριπολιτσά, οι πρώτοι ένοπλοι που στρατολογήθηκαν στις αλβανικές περιοχές για την καταστολή της επανάστασης πέρασαν τον Ισθμό δίχως να συναντήσουν αντίσταση.

Οι κάτοικοι της Κορινθίας και της Αργολίδας, που είχαν ξεσηκωθεί με επικεφαλής προύχοντες και αρχιερείς των περιοχών αυτών, προτίμησαν να καταφύγουν σε ασφαλέστερες περιοχές, ενώ άλλοι επιχείρησαν να κατευνάσουν τους εισβολείς προσφέροντάς τους χρήματα και δώρα. Έτσι, η δίοδος προς την Τριπολιτσά ήταν ελεύθερη και οι πρώτες οθωμανικές ενισχύσεις εισήλθαν στο διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου λίγο πριν προσεγγίσει την πόλη η Ανατολική Λεγεώνα.

Η πρώτη και πλέον αποφασιστική μάχη για την πορεία της επανάστασης πραγματοποιήθηκε στην περιοχή Τρίκορφα, στα περίχωρα της Τριπολιτσάς, στις 29 Μαρτίου/9 Απριλίου. Οι Οθωμανοί επιτέθηκαν πρώτοι βγαίνοντας έξω από την πόλη και, πραγματοποιώντας ελιγμό για να αποφύγουν τα τηλεβόλα των Ρώσων, κινήθηκαν εναντίων των ντόπιων.

Οι τελευταίοι είχαν πιστέψει πως οι Οθωμανοί θα παραδίνονταν, όπως συνέβη και στον Μυστρά, και ύψωναν τα σπαθιά τους για εκφοβισμό, ενώ οι Ρώσοι προσπαθούσαν να τους πείσουν να σεβαστούν τη φορά αυτή τις όποιες συμφωνίες παράδοσης. Όταν αντιλήφθηκαν ότι πρόκειται για επίθεση, ήταν πλέον αργά. Οι Μανιάτες και οι άλλοι Πελοποννήσιοι, που ήταν άπειροι στη διεξαγωγή ανοιχτής πολεμικής σύγκρουσης και μάλιστα τέτοιας κλίμακας, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και διασκορπίστηκαν εύκολα. Οι λιγοστοί Ρώσοι προσπάθησαν να αντισταθούν, είχαν όμως αρκετές απώλειες και σύντομα τράπηκαν και αυτοί σε φυγή. Μόνο λίγοι αξιωματικοί κατάφεραν να σωθούν.

Μετά την επιτυχία τους στα Τρίκορφα, οι ένοπλοι των Οθωμανών επέστρεψαν στην Τριπολιτσά αναμένοντας την έλευση νέων ενισχύσεων από τις αλβανικές περιοχές. Στο μεταξύ επιδόθηκαν σε σφαγή των χριστιανών της πόλης, καθώς και σε λεηλασία και καταστροφή των περιουσιών τους (*). Οι βιαιοπραγίες επεκτάθηκαν στην ύπαιθρο, ενώ και οι βορειοδυτικές επαρχίες βρέθηκαν σύντομα στο έλεος άλλων ένοπλων σωμάτων, που εισέβαλαν από το Ρίο στις 2/13 Απριλίου.

Την επομένη, Μεγάλο Σάββατο για τη χρονιά εκείνη, κατευθύνθηκαν προς την Πάτρα. Ταυτόχρονα, η φρουρά της πόλης, που για περίπου τρεις εβδομάδες βρισκόταν σε κατάσταση πολιορκίας, πραγματοποίησε έξοδο. Οι Επτανήσιοι, άοπλοι καθώς ήταν, διασκορπίστηκαν εύκολα. Λίγοι μόνο από αυτούς κατάφεραν να σωθούν φθάνοντας στην Κεφαλλονιά, όπου τους περίμεναν οι ενετικές αρχές για να τους συλλάβουν.

Την τύχη της Πάτρας είχε και η περιοχή της Ηλείας, προς την οποία κατευθύνονταν οι οθωμανικές δυνάμεις. Οι περισσότεροι Ζακυνθινοί έφυγαν για το νησί τους. Μερικές εκατοντάδες από αυτούς παρέμειναν στη Γαστούνη να αμυνθούν, γρήγορα όμως εγκατέλειψαν κάθε προσπάθεια αντίστασης και διέφυγαν προς τα νότια.

Όπως συνέβη και στην Τρίπολη, οι χριστιανοί κάτοικοι των Πατρών, του Αιγίου, των Καλαβρύτων, της Γορτυνίας και της Ηλείας έπεσαν θύματα μιας ανεξέλεγκτης σφαγής. Όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν από τον θάνατο και την αιχμαλωσία κατέφευγαν σε ορεινές και απόκρημνες περιοχές. Η λεηλασία των πλούσιων επαρχιών της Πελοποννήσου ήταν ίσως το σημαντικότερο κίνητρο για τη στρατολόγηση των ενόπλων που κλήθηκαν να καταστείλουν την επανάσταση.

Οι τοπικοί Οθωμανοί αξιωματούχοι δεν κατάφεραν να τους ελέγξουν και να περιορίσουν τη δράση τους, ιδίως τις σφαγές.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Πάτρας, που μάταια προσπαθούσε να πείσει τους χριστιανούς κατοίκους της πόλης να επιστρέψουν, όντας ανίκανος να επιβληθεί στους επικεφαλής των αλβανικών σωμάτων. Η μη ελεγχόμενη από τις οθωμανικές αρχές της Πελοποννήσου δράση των σωμάτων αυτών συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1770 και τερματίστηκε προς το τέλος της με μια μεγάλη εκστρατεία για την εκδίωξή τους, που οργανώθηκε από τον καπουδάν πασά, τον αρχηγό του οθωμανικού στόλου. Όλη αυτή τη δεκαετία ένα σημαντικό τμήμα των χριστιανών κατοίκων μετανάστευσε στη Μικρά Ασία, κατά κύριο λόγο, αλλά και στα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας, που είχαν πλέον κυριευθεί από τη Ρωσία.

(*) Μαρτυρία για τη μάχη της Τριπολιτσάς

Για τη μάχη της Τριπολιτσάς και τη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης χαρακτηριστική είναι ακόλουθη υπόμνηση που συντάχθηκε από έναν επιζήσαντα.

«Ήλθε το απηνέστατον και παμβαρβαρώτατον ρωσσικόν στράτευμα εις Πελοπόννησον εις το μέρος του Νεοκάστρου και Μοθώνης εις δε τον Μιστράν επήγαν Μαρτίου έ, και αυτόν κατεκυρίευσαν μετά των Μανιατών και τους εκεί οικούντας Τούρκους άπαντας συν τέκνοις ξίφει κατέσφαξαν. Μαρτίου δε κθ’, τη αγία και μεγάλη δευτέρα, ωσεί ώρα ή, πολύ πλήθος Μανιατών και άλλων Μωραϊτών φέροντες εις σημείον βασιλικού στρατεύματος και τεσσαράκοντα Ρούσους ήλθον εις την Τριπολιτσάν την του ηγεμόνος καθέδραν, και ημετέραν πατρίδα, εις το μέρος ονομαζόμενον άγιος Βασίλειος οι δε εκεί ευρισκόμενοι Τούρκοι ξένοι τε και εντόπιοι λαμβάνοντες είδησιν εξήλθον άπαντες μετά πολλών αρμάτων εις προϋπάντησίν τους, και διαστάσης ωσεί ωρά μια, οι μεν νικηθέντες επήλθον εις τα οπίσω, οι δε νικήσαντες και θυμού εμπλησθέντες πολλούς ή μάλλον ειπείν πάντας τους εκεί χριστιανούς ανείλον μαχαίρα. Από τους οποίους ιδού φανερόνω και τους συγγενείς μου, πρώτον τον πατέρα μου, τον αδελφόν του και θείον μου Οικονόμον, τον αδελφόν μου Κωνσταντίνον, τους θείους μου Παρασκευάν Ρογάρην, και τον υιόν αυτού Σπυρίδωνα, τον Γεώργιον Καρανικόλαν και επιλοίπους. Τόση άδικος σφαγή έγινεν εις αυτήν την δύστηχον χώραν, ώστε οπού αι οικίαι και δρόμοι εγέμισαν αίμα, και ει μη από θείων ανδρών προς κύριον εντεύξεις την επιούσαν δεν επρόφθανεν ο τοώντι ευσπλαχνικώτατος Οσουμάν-μπέης μήτε καν όνομα χριστιανού εις την πόλιν ταύτην εσώζετο. Πολλάκις λοιπόν η Πελοπόννησος αιχμαλωσίας εδοκίμασε, πλην αύτη η εκ των εν προβάτου δορά προβάτων φθοράν απειργασαμένων βαρβάρων λέγω Ρουσών νυν προξενειθείσα, μήτε ακούσθη, μήτε ο Κύριος να δώση εις άλλους χριστιανούς (…)».

(Δημοσιεύεται στο περιοδικό Φιλίστωρ, τ. Δ’ (1865), σ. 537-539. Αναδημοσιεύεται στο Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. 1453-1821, Αθήνα, εκδ. Καμαρινόπουλου, 1962, σ. 494 πρώτη έκδοση 1869)

mani.org

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ, ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. Bookmark the permalink.