Η αποτυχία του ξεσηκωμού της Πάτρας, 3 Απριλίου 1821

https://i2.wp.com/www.pemptousia.gr/wp-content/uploads/2011/05/patra-kastro.jpg

Αν και οι εν Πάτραις Τούρκοι και προέβλεπαν και προέλεγαν τας ταραχάς, ημέλησαν διόλου το φρούριόν των· εξ αιτίας της συνήθους απρονοησίας των, και μηδέ τας δεξαμενάς του καν εφρόντισαν να καθαρίσωσι και γεμίσωσιν ώστε μετά δύο ημέρας αφ’ ού εκλείσθησαν, εδίψασαν, διότι οι Έλληνες έκοψαν το υδραγωγείον, εκυρίευσαν και τας παρά το φρούριον τουρκικάς οικίας, και δεν τους άφιναν μήτε να προκύπτωσι μήτε τα κανόνια να γεμίζωσιν ειμή υπό το σκότος της νυκτός.

Διεκρίνετο ως τολμηρότερος των άλλων ο Καρατσάς· τα μέγιστα δε διέπρεψε και ο Σταμάτης Κουμανιώτης, θύμα πεσών της τόλμης του την ημέραν της εις την πόλιν εισόδου. Τολμηροί οι Έλληνες τας πρώτας ημέρας και ενθουσιώντες έστησαν κατά του Φρουρίου έξ κανόνια μετακομισθέντα εκ των εν τω λιμένι Ιονίων πλοίων, και ήρχισαν να υπονομεύωσι μετά πολλής προθυμίας και επιτυχίας εις ανατροπήν του· αλλά μαθόντες οι έμφρουροι εν καιρώ προς ποίον μέρος δευθύνετο η υπόνομος, την εματαίωσαν δι’ ανθυπονόμου ολίγον απέχουσαν των βάθρων του φρουρίου (1). Πριν δε ματαιωθή το επιχείρημα τούτο, οι αρχηγοί έλαβαν γράμματα του Πανουργιά, ενός των οπλαρχηγών της στερεάς Ελλάδος, λέγοντα, ότι εφόνευσε καθ’ οδόν ταχυδρόμον του εκ Σερρών Ισούφη ηγεμόνος της Ευβοίας επανερχομένου εξ Ιωαννίνων εις την ηγεμονείαν του, και ανέγνωσε τα προς τας τουρκικάς Αρχάς της νήσου εκείνης γράμματά του διαλαμβάνοντα, ότι φθάσας εις Βραχώρι έμαθε τα εν Πάτραις συμβάντα, και ότι διέκοπτε την οδοιπορίαν του και μετέβαινεν εκεί εις υπεράσπισιν των ομοπίστων του. Κατεταράχθησαν επί τη ειδήσει ταύτη οι προύχοντες Αχαιοί, την εφύλαξαν μυστικήν, ίνα μη φοβίσωσι τους οπαδούς των, και έσπευσαν να ειδοποιήσωσι τον εν τη επαρχία του Ζυγού περιφερόμενον ως κλέπτην Μακρήν και να τον παρακινήσωσιν εν ο ν ό μ α τ ι – τ η ς – Α ρ χ ή ς, να κτυπήση τον Ισούφην διαβαίνοντα τα προς την Ναύπακτον στενά. Ο Μακρής απεκρίθη ότι δεν εδύνατο να πράξη τι άνευ της γνώμης των προεστώτων του Μεσολογγίου και, των οπλαρχηγών της Αιτωλοακαρνανίας· αλλ’ ο Ισούφης κατήλθε μετά τριακοσίων οπλοφόρων εις Μεσσολόγγι, και κατέπλευσεν εις Αντίρριον, όθεν έστειλεν εις Πάτρας τον κεχαγιάν του υπ’ άλλο όνομα πενιχρά φορούντα ίνα μη κακοπάθη γνωρισθείς. Έφερε δε ούτος πρός τινας των προξένων γράμματα του πασά αιτούντος την σύμπραξίν των εις κατάπαυσιν των ταραχών, και είχεν εντολήν να καθησυχάση τους Χριστιανούς, επί υποσχέσει, ότι θα υπεστήριζεν ο πασάς εντόνως τα δίκαια παράπονά των κατά των εντοπίων Τούρκων.
Ο πρέσβυς ούτος ανέβη αβλαβής υπό συνοδίαν Ελλήνων εις το επί της εν τη πόλει ανόδου πρωσσικόν προξενείον, όπου ανεγνώσθησαν τα γράμματά του· αλλ’ απεπέμφθη άπρακτος και ανενόχλητος, αποκριθέντων των Ελλήνων, ότι εχλεύαζαν τας υποσχέσεις, κατεφρόνουν και τας απειλάς του πασά του. Ο πασάς ακούσας την απόκρισιν των Πατρέων διεβιβάσθη εις Ρίον όπου διέμεινε δύο ημέρας αγνοών την κατάστασιν των πραγμάτων. Μαθών δε τα πάντα και ότι το φρούριον έπιπτε διά λειψυδρίαν, αν δεν επρόφθανε να λύση την πολιορκίαν, εκίνησε, την κυριακήν των Βαΐων πρωί (3 απριλίου), και εισήλθεν ανεμπόδιστος, διότι οι επί της μεταξύ οδού τοποθετηθέντες υπό τον Ροδόπουλον Βοστιτσάνοι εις εμπόδιον της μεταβάσεως έφυγαν αμαχητί, οι δε λοιποί οι προς το Βλατερόν, το κάτω μέρος της πόλεως, εγκατέλειψαν τας θέσεις των και εισήλθαν επί λεηλασία εις την πόλιν, όπου οι εντόπιοι Τούρκοι, καθ’ ην ημέραν κατέφευγαν εν βία εις το φρούριον, αφήκαν τα δυσκόμιστα πράγματά των. Εισελθών δ’ ο πασάς ηύρε τους Τούρκους εν άκρα αμηχανία, τους εθάρρυνε, και επειδή η λύσις της πολιορκίας ήτον η μόνη σωτηρία των, τους παρέλαβεν όλους, και εξελθών ήρχισε να καίη πρώτον τα προς το φρούριον άκρα της πόλεως, και πολεμών να προχωρή και να καίη και τα ενδότερα. Οι δε οπλοφόροι χωρικοί, όλοι απειροπόλεμοι, αφιλότιμοι και κωφεύοντες εις τας πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών, έφυγαν αισχρώς απέμπροσθεν του εχθρού, αφήσαντες και την πόλιν και τα κανόνια και αυτά τα πολεμεφόδια εις χείρας του. Μόνον οι αδελφοί Κουμανιώται και οι παρευρεθέντες Ξηρομερίται Χασαπαίοι εκλείσθησαν μετ’ ολίγων εντός τινων οικιών προς την Αλεξιώτισσαν και την Αγίαν Παρασκευήν, και αφ’ ού επολέμησαν γενναίως και ευτυχώς φονεύσαντές τινας εχθρούς, έφυγαν αβλαβείς. Οι δε αρχηγοί, βλέποντες την λειποταξίαν των οικείων και την πρόοδον των εχθρών, εγκατέλειψαν και αυτοί ην κατείχαν θέσιν κατά τον άγιον Γεώργιον, και κατέλαβαν άλλην κατά την Οδηγήτριαν, ματαίως προσπαθούντες να συγκεντρώσωσί τινας· αλλά μετ’ ολίγον έφυγαν και εκείθεν έμφοβοι και περίλυποι διά την ατυχή έναρξιν των αγώνων των, και έτι μάλλον διά την δειλίαν και πολεμικήν απειρίαν των χωρικών, διά την φιλάρπαγα και αφιλότιμον διάθεσίν των, και διά την προς τους αρχηγούς απείθειάν των. Το εσπέρας δε της αυτής ημέρας εφάνη έμπροσθεν του λιμένος των Πατρών πλοίον τουρκικών, εχαιρέτησε το φρούριον, αντεχαιρετήθη, και ηύξησεν εμφανισθέν τον πανικόν φόβον. Τοιουτοτρόπως η εμπορικωτέρα και πλουσιωτέρα πόλις της Πελοποννήσου, η μία των δύο επαναστατικών εστιών, καθ’ ην πρώτον υψώθη το σύμβολον της ελευθερίας, κατεστράφη εκ πρώτης αφετηρίας παραδοθείσα εις πυρ και εις λεηλασίαν· και οι μεν δυστυχείς κάτοικοι, άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι εσφάγησαν, και άλλοι διεσώθησαν φεύγοντες γυμνοί και άποροι εις Επτάννησον. Οι δε ολίγοι Τούρκοι, νικηταί τόσου πλήθους, διεσκορπίσθησαν εις τα χωρία, συλλαμβάνοντες και φονεύοντες τους φεύγοντας, και φρίκην διασπείροντες (2).
Επί των δεινών δε τούτων περιστάσεων τινές των προξένων, και κατ’ εξοχήν ο της Γαλλίας, Πουκεβίλλος, εφάνησαν άξιοι παντός επαίνου, και ετίμησαν τας σημαίας των ανοίξαντες τας οικίας των εις καταφυγήν και σωτηρίαν πλήθους ανδρών και γυναικών καταδιωκομένων και κινδυνευόντων, και εις διάσωσιν της περιουσίας των. Αλλ’ εν ώ ούτοι εφέροντο τόσον γενναίως και φιλανθρώπως προς τους πάσχοντας, τινές, απορίμματα της Ιταλίας και της Επταννήσου, οπλισθέντες δήθεν υπέρ ελευθερίας, κατήντησαν εις τόσην κακοήθειαν, ώστε εφέροντο προς τους αθλίους Πατρείς ως Τούρκοι. Άλλοι δε αν και υπό γαλλικήν προστασίαν, ησέβησαν και εις αυτήν την προστάτριαν σημαίαν, ηγνωμόνησαν και εις αυτόν τον ευεργέτην των Πουσεβίλλον, ήρπασαν παρρησία την διασωθείσαν εκ των χειρών των Τούρκων και διατηρουμένην εν των προξενείω περιουσίαν των Πατρίων, και ηνάγκασαν και αυτόν τον Πουκεβίλλον να εγκαταλείψη το προξενείον και καταφύγη είς τι αγγλικόν πλοίον ευρεθέν εν τω λιμένι των Πατρών, αίροντες μιαιφόνον χείρα και κατ’ αυτού.

(1) Ο διερμηνεύς του Αγγλικού προξενείου, Βαρθόλδης Σταυροδρομίτης, κατηγορήθη ως προδόσας την υπόνομον. Τον δε εν τη πόλει των Πατρών πρόξενον της Αγγλίας οι πολιορκούντες και πολεμούντες τους εκεί Τούρκους Έλληνες εθεώρησαν πάντοτε ως εχθρόν του ελληνικού αγώνος και ως βοηθούντα υπό το πρόσχημα της ουδετερότητος τους Τούρκους δι’ όσων εδύνατο τρόπων· διεμαρτυρήθησαν δε και κατά της διαγωγής του. Αλλ’ ο πρόξενος απηρνήθη πάσαν ενοχήν. Όρα Green’s Sketches on the War in Greece.

(2) Πλησίον του χωρίου της Μανολάδας κατέφθασαν οι εχθροί τον δυστυχή Αναστάσην Χαμαμτσόπουλον φεύγοντα, τον έφεραν εις την ακρόπολιν και τον ελιάνισαν.

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

Advertisements
This entry was posted in 1821, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ. Bookmark the permalink.