Η ανεκτίμητη αξία του θανάτου

https://galanoleykoblog.files.wordpress.com/2017/03/ceb3cebbceb1e1bd90cebacebfcf82.jpg?w=600&h=189

Επιγραφή βάσης αγάλματος του ιεροφάντη ΓΛΑΥΚΟΥ (2oς-3ος αι. μΧ)
Αρχαιολογικός χώρος Ελευσίνας

Φανταστείτε έναν κόσμο στον οποίο θα ζούσαν μοναχά α-θάνατοι άνθρωποι.

Αμέσως-αμέσως αυτά τα θλιβερά και αιώνια πλάσματα, θα αγνοούσαν παντελώς τον Έρωτα. Διότι ο Έρωτας υπάρχει επειδή υπάρχει ο Θάνατος, ώστε να συνεχίζεται η ανερμήνευτη και υπέροχη ροή της Ζωής, μέσω της αναπαραγωγής του είδους.
Χωρίς τον Θάνατο λοιπόν, δεν θα είχαμε τον Έρωτα!

Αλλά ούτε και η Τέχνη θα υπήρχε, αν είμαστε α-θάνατοι.
Διότι ο καθεδρικός ναός του Μιλάνου ή η Αγία Σοφία ή η Οδύσσεια, γεννήθηκαν επειδή ακριβώς το άν-θρώσκον δημιούργημα του Θεού, έχει την ανάγκη να υψωθεί «άνω» της σκληρής καθημερινότητας και να απο-καλυψει την αιώνια διάσταση του.

Μα, ούτε και ο Στοχασμός θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε ο Θάνατος.
Διότι μόνον μέσω της αγωνίας του θανάτου, ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να ερμηνεύσει, να νοηματοδοτήσει, να κατανοήσει, το πρόσκαιρο πέρασμα του, από τούτον εδώ τον κόσμο.

Με λίγα λόγια, ότι καλύτερο έχει να παρουσιάσει ο άνθρωπος στη Δημιουργία, όπως παραδείγματος χάριν ο Έρωτας, η Τέχνη, ο Στοχασμός ή η Πίστη, είναι δημιουργήματα του Θανάτου.
Ο Θάνατος είναι που δίνει στις μικρές μας ζωές, μιαν ανεκτίμητη αξία.

Πόσο α-νόητο είναι να τον φοβόμαστε…

Εμείς οι περαστικοί αυτού του κόσμου τρέμουμε και φοβόμαστε τον θάνατο. Και πρέπει να ειμεθα τα μόνα πλάσματα στη Δημιουργία, που πάσχουμε από αυτόν τον αρχέγονο τρόμο.
Τα ζώα κατα πάσαν πιθανότητα, δεν διακατέχονται από τη διαρκή αγωνία του θανάτου και ούτε καν έχουν επί-γνωση αυτου.
Εμείς οι άνω-θρώσκοντες όμως, ίσως να φοβόμαστε τον θάνατο, επειδή είμαστε το μοναδικό ον, που έχει τη δυνατότητα να θέτει ερωτήματα, για τον εαυτό του και τη μοιρα του.
Κι όταν θέτουμε το Μέγα ερώτημα του θανάτου, έτσι όπως το θέτουμε [ως πέρας της ζωής] φυσικό είναι να μην λαμβάνουμε καμία απάντηση.
Ο Θάνατος, ως πέρας, ως τέλος της ζωής, δεν είναι παρά το Μηδέν. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι, εφόσον το προ-τάσσουμε [και συνεπώς το ερμηνεύουμε] ως ένα πέρας;
Τελειώνει αυτό που είναι η ζωή, άρα τελειώνουμε εκεί. Τελεία και παύλα. Μηδέν παρακάτω…
Κι όπως συμβαίνει πάντα, το Μηδέν, μας τρομάζει….

Ο φόβος του θανάτου λοιπόν για τον άνθρωπο ίσως να είναι συνυφασμένος με την ικανότητα του να θέτει ερωτήματα, περί του εαυτού του και του κόσμου γύρω του.
Ωστόσο, τα ερωτήματα γεννάνε τις απαντήσεις, ανάλογα με τον τρόπο που τίθενται.
Αν παραδείγματος χάριν ρωτήσεις έναν μετεωρολόγο τι είναι ο κεραυνός, θα σου απαντήσει ότι είναι η βίαιη εκκένωση ηλεκτρικών φορτίων, μεταξύ ενός φορτισμένου νέφους και μίας ακίδας της γης.
Αν όμως τον ρωτήσεις ποιος δημιούργησε τη δύναμη του ηλεκτρισμού, ώστε να φορτίζονται θετικά ή αρνητικά τα σωματίδια, θα σου απαντήσει ότι δεν γνωρίζει κι ότι αυτό ξεπερνάει το άρια της επιστήμης του.

Η «ερμηνεία» λοιπόν ότι ο κεραυνός είναι βίαιη ηλεκτρική εκκένωση δεν είναι μια «ολιστική» ερμηνεία, δεν μας μαθαίνει δηλαδή πραγματικά τι είναι ο κεραυνός, εφόσον αδυνατεί να απαντήσει στο καίριο ερώτημα: «και τι είναι το ηλεκτρικό φορτίο΄».
Είναι απλώς μια μερική ανθρώπινη πληροφόρηση, ορισμένων ιδιοτήτων των ηλεκτρικών φορτίων [και όχι της ίδιας τους της ουσίας] που μας επιτρέπει να εκμεταλλευθούμε αυτές τις ιδιότητες τους, για συγκεκριμένους πρακτικούς σκοπούς [να φτιάξουμε φερειπείν ένα αλεξικέραυνο]

Η ανθρώπινη «γνώση» είναι εν γένει μια αποσπασματική γνώση, ουσιαστικά μια μερική πληροφόρηση, περί των ιδιοτήτων των όντων και όχι περί της ουσίας τους.
Γνωρίζουμε δηλαδή για τις ιδιότητες του ηλεκτρισμού, όχι όμως την ουσία του ηλεκτρισμού.
Γνωρίζουμε για τις ιδιότητες των ζωντανών κυττάρων, όχι όμως την ουσία της ζωής κ.ο.κ.
Τα ίδια συμβαίνουν και με τη γνώση μας περί «θανάτου».

Έχουμε κάποιες πληροφορίες για ιδιότητες του θανάτου, δεν γνωρίζουμε όμως τίποτα για την ουσία του Θανάτου, καθ’ εαυτού.
Κι όμως βιαζόμαστε να τον ταυτίσουμε με το Μηδέν, σαν τον αόμματο που χάιδεψε το νύχι ενός ελέφαντα και νομίζει μετά ότι ξέρει τι είναι ο ελέφαντας!

Αυτό που έχει σημασία να κάνουμε, όσο είμαστε ακόμα εν ζωή, είναι να μάθουμε να ερωτάμε για τον Θάνατο.
Και για να θέσουμε το Μέγα ερώτημα περί θανάτου, θα πρέπει να είμεθα έτοιμοι να το θέσουμε «ολιστικά», ως βίωμα και όχι μερικά, ως αποσπασματική πληροφόρηση.
Με απλά λόγια, για τον Θάνατο πρέπει να μάθουμε την Τέχνη του Ερωτάν, με όλο μας το Είναι – ψυχή τε και σώματι – και όχι μοναχά μέσω της γλώσσας του Νου και των λογικών συνειρμών.

Να ρωτάς για τον Θάνατο, σημαίνει πρώτα απ όλα, να βιώνεις τον Θάνατο – όχι ως πέρας της ζωής αλλά ως τη γενεσιουργό αιτία των ανεκτίμητων αξιών της ζωής.

Κι αυτό το υπερ-βατικό βίωμα απαιτεί μία ειδική προετοιμασία, τόσο του σώματος, όσο και του Νου, η οποία δεν ανήκει στις πρακτικές κινήσεις της καθημερινότητας.
Ίσως μια τέτοια βιωματική εμπειρία να την έχει κατακτήσει ένας δάσκαλος του Ζεν ή ένας αληθινός γιόγκι [όχι σαν αυτους τους καραγκιόζηδες, που τα κονομάνε στον δυτικό κόσμο] ή ένας αποφασισμένος Στοχαστής. Πάντως δεν πρόκειται για διαδικασία, που μπορεί κανείς να την δρομολογήσει, αν πρώτα δεν απομακρυνθεί από τον βόμβο της καθημερινότητας και αν δεν εξαγνιστεί, στη διαλεκτική του Τρόμου και του Ελέους.
Γι αυτό και είναι δραματικά λίγοι οι άνθρωποι που αληθινά έχουν λυτρωθεί από τον τρόμο του Θανάτου.

Μπορώ να σας πω τώρα, ότι ένα τέτοιο βίωμα, σε βαθμό υπερ-βατικής εμπειρίας, συνέβη να ζήσω λίαν προσφάτως, ενώ μέσα μου λυσομανούσε η αρχέγονη αμάχη μεταξύ του τρόμου του Θανάτου και του Μηδενός της ζωής.

Εξαιτίας μιας συμπαιγνίας των περιστατικών, που κατά «τύχη» ανέτρεψε όλη τη ζωή μου, οδηγήθηκα σε μια ευ-τυχή απο-κάλυψη, σε έναν ολιστικό επαναπροσδιορισμό της ουσίας του Θανάτου, που η ισχυρή αναλγητική και χαρμόσυνη του επίδραση, εξέπληξε και μένα τον ίδιο.
Ήταν σαν να έπεσαν φολίδες από τα μάτια μου….

Δεν θα συνεχίσω όμως εδώ με την εξιστόρηση της ίδιας της βιωματικής εμπειρίας, γιατί φρονώ πως έχει σημασία να την προσεγγίσει κανείς αργά. Τελετουργικά.
Όπως με αβέβαια αλλά αποφασιστικά βήματα, πλησιάζουμε έναν βωμό, για να εναποθέσουμε το τάμα μας…

Αν λοιπόν θέλετε να μάθετε τι περίπου «είδα» σε μια άξαφνη και αναπάντεχη Απο-κάλυψη, εν σχέσει με την Ουσία του Θανάτου, δοκιμάστε πρώτα την υπομονή και την βάσανο των αναπάντητων ερωτημάτων, ωσότου νιώσω κι εγώ έτοιμος να σας το αποκαλύψω.
Αν και όπως συμβαίνει πάντα με τα πιο σημαντικά ερωτήματα περί της ζωής και του θανάτου, εκείνο που μετράει δεν είναι η λεκτική απάντηση [η οποία δεν μπορεί να δώσει, παρά ένα απειροελάχιστο ίχνος της βιωματικής έκρηξης] αλλά η πορεία προς αυτή την Απο-κάλυψη…

Γιατί ο Θάνατος δεν είναι διόλου το στατικό πέρας μιας συγκεκριμένης ζωής και συνεπώς το Μηδέν που ακολουθεί ένα Τέλος.
Ο Θάνατος φίλες και φίλοι μου, σας λέγω ότι είναι η Αρχή του να υπ-Άρχεις, μέσα στον Κόσμο…
Η ανεκτίμητη αξία της ίδιας της ζωής!
Γι αυτο και να μην τον φοβάστε…

Περιμενετε με, λοιπόν….
Δεν μπορώ να τρέξω τον χρόνο, όταν αυτό που μετράει είναι ο Χρόνος…

panusis

Advertisements
This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Bookmark the permalink.