Αγία Λαύρα, 10 Μαρτίου 1821

https://galanoleykoblog.files.wordpress.com/2017/03/ceb1ceb3ceafceb1-cebbceb1cf8dcf81ceb1-1821.jpg?w=640

Ουδεμία επαρχία ήτο τόσον τεταραγμένη όσον η των Πατρών. Τούρκοι και Χριστιανοί υπέβλεπαν και παρετήρουν αλλήλους. Λόγοι απειλητικοί παρ’ εκείνων και ύποπτοι παρά τούτων ελέγοντο συχνάκις, και το παν προεμήνυε ταχείαν και βαρείαν ρήξιν· και άλλοι μεν των Πατρίων Χριστιανών μετέφεραν τα φίλτατά των εις τα χωρία, άλλοι δε τα διεβίβαζαν εις την Επτάννησον.

Οι δε Τούρκοι, περιφερόμενοι ένοπλοι, τους εμπόδιζαν, και εντεύθεν συνέβαιναν λογοτριβαί και συγχύσεις. Ανίκανος ο Π. Πατρών να καθησυχάση τους τεταραγμένους Τούρκους, και φοβούμενος ρήξιν ανετοίμων των Ελλήνων έτι όντων, εκάλεσε τον εν Βοστίτση φίλον του Λόντον εις σύσκεψιν και την επαύριον της αφίξεώς του επεσκέφθησαν αμφότεροι τον διοικητήν των Πατρών Σεκήραγαν, εντόπιον, και ηύραν παρ’ αυτώ πλήρη συνέλευσιν των εντοπίων αγάδων σκεπτομένων περί των πραγμάτων. Ο Λόντος ενόησεν ότι οι Τούρκοι ήσαν μάλλον φοβισμένοι ή ωργισμένοι· διά τούτο τοις ελάλησε θαρραλέως. «Αγάδες», τοις είπεν, «επανάστασις των ραγιάδων δεν γίνεται χωρίς να θέλωμεν ημείς, οι πρόκριτοι· και ημείς, χάρις εις τον μεγαλοδύναμον Θεόν και εις τον πολυεύσπλαγχνον αυθέντην μας, είμεθα πλούσιοι και κτηματίαι ως και σεις. Ημείς ενθυμούμεθα ότι έμειναν γυμνοί και πεινώντες οι αποστατήσαντες πρό τινων ετών πατέρες μας, και δεν επιθυμούμεν να πάθωμεν τα αυτά. Έπειτα τότε ήκμαζεν ο προς την υψηλήν Πύλην ρωσσικός πόλεμος, σήμερον εξ εναντίας είναι παντού βαθεία ειρήνη και καταδίωξις των αποστατούντων. Ο αποστάτης Αλής, Αγάδες, κινεί τας ταραχάς, και σεις, χρεωστώ να είπω, τας υποθερμαίνετε δι’ ων πράττετε, αν και εν αγνοία. Ιδού, εσκορπίσθη ο ραγιάς· πώς θα πραγματοποιηθή η είσπραξις των βασιλικών εισοδημάτων; Αν δεν αλλάξετε διαγωγήν, ημείς οι προεστώτες δεν εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου· και επειδή χρεωστούμεν και ημείς λόγον τη υψηλή Πύλη περί τούτου, ίσως αναγκασθώμεν ν’ απολογηθώμεν κατ’ ευθείαν και να φανερώσωμεν τους αιτίους».
Οι Τούρκοι όχι μόνον δεν ωργίσθησαν ακούσαντες τους αποτόμους τούτους λόγους εκ στόματος ραγιά, αλλά και εζήτησαν ευμενώς τας συμβουλάς αυτού. «Αγάδες», επανέλαβεν ο Λόντος, «μη περιφέρεσθε ένοπλοι· αφήσατε τους ραγιάδας ελευθέρους να μεταφέρωσι τας οικογενείας και τα πράγματά των όπου ευαρεστούνται, και ημείς σας εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου, και σας προσφέρομεν και πάσαν συνδρομή εις την είσπραξιν των βασιλικών εισοδημάτων, κινδυνευόντων να χαθώσιν». Οι Τούρκοι εισήκουσαν τους λόγους του Λόντου, και εφάνησαν ανυποπτότεροι μαθόντες μετ’ ολίγον, ότι αρχιερείς και προεστώτες άλλων μερών της Πελοποννήσου απήρχοντο πρόθυμοι εις Τριπολιτσάν, και ότι και οι της Αχαΐας εμελέτων και αυτοί ν’ απέλθωσι. Τω όντι και ο Π. Πατρών και ο Λόντος εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν, αφ’ ού έμαθαν ότι απήρχοντο εκεί οι άλλοι, και ανέβησαν και εις Καλάβρυτα· αλλά συσκεφθέντες μετά του αρχιερέως και των προεστώτων της επαρχίας εκείνης, δεν ηύραν εύλογον να υπακούσωσι την πρόσκλησιν της εξουσίας, διότι οι σκοποί της εφαίνοντο ολέθριοι. Εφρόνουν δε ότι η παρακοή των θα ωφέλει μάλλον ή θα έβλαπτε και τους ήδη προαπελθόντας, διότι θα εσυστέλλοντο οι Τούρκοι, εν όσω έμεναν ούτοι έξω, να κακοποιήσωσι τους έσω, φοβούμενοι δικαίως μη τους ερεθίσωσι, και συμβή ό,τι επροσπάθουν να εμποδίσωσιν. Επεθύμουν δε να λάβωσι και τας έξωθεν απαντήσεις, ως προεσχεδιάσθη, και να πράξωσιν έπειτα ό,τι θα τοις υπηγόρευεν η περίστασις· αλλά δεν ήθελαν και να σχίσωσιν εισέτι το προσωπείον· όθεν εμεθοδεύθησαν το ακόλουθον τέχνασμα. Έπλασαν επιστολήν ανώνυμον ως στελλομένην προς αυτούς παρά τινος των εν Τριπολιτσά Τούρκων φίλων των και λέγουσαν, ότι θάνατος τους ανέμενεν εν Τριπολιτσά, καθώς θάνατος ανέμενε και τους προεισελθόντας· διέταξαν δε τον κομιστήν να προπορευθή κρυφίως κατά την οδόν της Τριπολιτσάς, και επανέλθη εις απάντησίν των ως ερχόμενος εκ της πόλεως εκείνης.
Ταύτα προετοιμάσαντες απεχαιρέτησαν τον διοικητήν των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβαν δύο τρεις Τούρκους και ανεχώρησαν την 9 μαρτίου ως εις Τριπολιτσάν· ήσαν δε ο Π. Πατρών, ο επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ζαήμης, ο Χαραλάμπης, ο Λόντος, ο Φωτίλας και ο Θεοχαρόπουλος. Αφ’ ού δε επλησίασαν ταις Κατσάναις απήντησαν, ως προεσχεδιάσθη, τον επιστολιοφόρον και έλαβαν την επιστολήν παρόντων των συνακολουθούντων Τούρκων, ην αναγνώσαντες εις επήκοον πάντων, υπεκρίθησαν ότι ηγανάκτησαν και υπήγαν όλοι ομού εις Καρνέσι· εκείθεν ανήγγειλαν τοις εν Τριπολιτσά και τω διοικητή των Καλαβρύτων όσα τοις εκοινοποιήθησαν καθ’ οδόν, παραπονούμενοι διά την προς αυτούς άδικον απιστίαν των αγάδων, και ζητούντες άδειαν να μένωσιν εν ταις επαρχίαις των ως φοβούμενοι, έτοιμοι πάντοτε να εκτελέσωσιν όσα κοινή γνώμη των συνελθόντων θ’ απεφασίζοντο εν Τριπολιτσά. Την δ’ επιούσαν μετέβησαν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας (*), και απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν καλόγηρον φαίροντα προς τον πατριάρχην γράμματα εις καθησύχασιν της Πύλης, αν τυχόν διεβάλλοντο παρά των εν Πελοποννήσω τουρκικών Αρχών ως απειθείς και κακά βουλευόμενοι. Διά του αυτού γραμματοκομιστού εκοίνωσαν και τοις εφόροις της Εταιρίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων αιτούμενοι τας οδηγίας των. Λαβόντες οι εν Τριπολιτσά αγάδες τα προς αυτούς γράμματα των Αχαιών δεν τα εξέλαβαν ως απατηλά, και κατεταράχθησαν, ζητούντες να μάθωσι τις εφόβησε τους γράψαντες, υποθέτοντες ότι ήτο Τούρκος. Εν τούτοις εστάλη προς αυτούς διατρίβοντας εν τη αγία Λαύρα απάντησις των αγάδων, των αρχιερέων και των προεστώτων λέγουσα ότι ήσαν όλα ψευδή, και θαρρύνουσα αυτούς να σπεύσωσιν εις Τριπολιτσάν ανυπόπτως. Αυτά ταύτα τους έγραψε και ο διοικητής Καλαβρύτων· απεστάλη δε προς αυτούς επί τω αυτώ σκοπώ παρά των εν Τριπολιτσά και ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης αναβάς εις την πόλιν εκείνην καθ’ ον καιρόν ανέβησαν οι αρχιερείς και οι προεστώτες. Αλλ’ αυτοί και τον πρέσβυν μη όντα εκ των Φιλικών, απέστειλαν άπρακτον, και επανέλαβαν όσα και πρότερον, προσθέσαντες, ότι ενόμιζαν αναγκαίον κατά την παρούσαν ταραχήν των πνευμάτων ν’ αποσταλώσιν εις τας επαρχίας των και οι εν Τριπολιτσά αρχιερείς και προεστώτες προς καθησύχασιν του λαού, προς είσπραξιν των βασιλικών φόρων και προς ευόδωσιν της λοιπής υπηρεσίας· επέμειναν δε επί τη προτέρα γνώμη, ο εστι, μήτε να παραδοθώσιν εις την εξουσίαν, μήτε να επιτεθώσιν έως ου έλθωσιν αι έξωθεν αναμενόμεναι απαντήσεις· υποπτεύοντες δ’ ένοπλον καταδίωξιν διά την παρακοήν, απεφάσισαν να στρατολογήσωσι μυστικώς εις υπεράσπισιν, αν η χρεία το εκάλει. Επειδή δε ασύμφορον ενόμισαν να συνδιατρίβωσιν όλοι, μη τύχη αίφνης και συλληφθώσι, διεχωρίσθησαν· και ο μεν Π. Πατρών και ο Ζαήμης απήλθαν εις Νεζερά, ο δε Κερνίτσης και Φωτίλας εις Κερπινήν, ο δε Χαραλάμπης και Θεοχαρόπουλος εις Ζαρούχλαν, ο δε Λόντος εις Διακοφτόν. Ανεκλήθη παρ’ αυτών καθ’ οδόν και ο εις Τριπολιτσάν απερχόμενος Γεώργιος Σινίνης προεστώς της Γαστούνης. Οι δε εν Τριπολιτσά μετά την επάνοδον του Καλαμογδάρτου και την παραλαβήν ων ανεφέραμεν γραμμάτων έστειλαν προς τους Αχαιούς δεύτερον πρέσβυν, τον Νικόλαον Μοθωνιόν, και δεύτερα γράμματα, δι’ ων οι αρχιερείς και οι προεστώτες τους εβεβαίουν περί της ασφαλείας των ως αν ήσαν οι δυστυχείς ασφαλείς αυτοί· αλλ’ ούτε και η δευτέρα αύτη αποστολή ευτύχησεν, ούτε οι προς ους εγένετο απήντησαν, διότι δεν συνδιέτριβαν· και ο πρέσβυς Μοθωνιός ιδών την κατάστασιν των πραγμάτων ουδ’ αυτός επανήλθεν εις Τριπολιτσάν.

(*) Επέστρεψεν ούτος μετ’ ολίγον εις Μάνην αδεία της εξουσίας εις εξόπλισιν δήθεν των Μανιατών κατά των κακά βουλευομένων

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

Advertisements
This entry was posted in 1821, ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s