Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 10-4-1826

https://i1.wp.com/www.antibaro.gr/wp-content/uploads/2014/04/1821-mesologi-exodos.jpg

Η συνήθης τροφή προ ημερών έξέλειψε, και ευτυχείς ελογίζοντο όσοι των εν τη πόλει εύρισκαν κρέατα ακαθάρτων ζώων. Οι καρκίνοι και αι φυόμεναι εν τη λίμνη αλμύραι ηγοράζοντο πολλάκις δι’ αίματος εξ αιτίας των περιφερομένων παρά την πόλιν εχθρικών πλοιαρίων. Οι πολιορκούμενοι, ρακοφορούντες, τετραχηλισμένοι, αυχμηροί και υπό της πείνας και κακουχίας κατεσκελετευμένοι, ήσαν δυσδιάγνωστοι και πολλοί φασματώδεις· συχνάκις διά την ακαθαρσίαν της τροφής ή την παντελή στέρησιν αυτής έπιπτάν τινες λειποθυμούντες κατά γης· ασθενείς και τραυματίαι εστερούντο πάσης θεραπείας· πτώματα έκειντο εν ταις οδοίς, και οι ζώντες ανέπνεαν την αποφοράν των. Αλλά και τοιαύτα πάσχοντες ανεκαρτέρουν, ελπίζοντες εις την αντίληψιν του ελληνικού στόλου ανοίξαντος και άλλοτε τον και ήδη κεκλεισμένον της πόλεως λιμένα. Αλλ’, αφ’ ού εβεβαιώθησαν, ότι όλοι οι αγώνες του εματαιώθησαν, και ότι και ο αφανής διάπλους της λίμνης, καταληφθείς και αυτός παρά των εχθρών, δεν ηνοίχθη, απηλπίσθησαν, και αποφασίσαντες να διεξέλθωσι ξιφήρεις έστειλαν δύο στρατιώτας αλβανοφορούντας και αλβανολαλούντας διά νυκτός προς τους έξω οπλαρχηγούς, τους διατρίβοντας τότε εν Πλατάνω των Κραββάρων, ειδοποιούντες αυτούς, ότι εμελέτων να διεξέλθωσι την νύκτα της 10, και τους εκάλουν εις αντίληψιν επί της διεξόδου. Πρόθυμοι οι εν Πλατάνω οπλαρχηγοί εις την αίτησιν των συναδέλφων των απεκρίθησαν, ότι εις ευόδωσιν του σκοπού αυτών πεντακόσιοι ήσαν έτοιμοι να πέσωσι την ορισθείσαν νύκτα εις το στρατόπεδον του Κιουταχή το προς τους Μύλους, πεντακόσιοι εις το του Ιβραήμη το προς τα Τριλάγκαδα, και πεντακόσιοι να ευρεθώσι κατά τα Χίλια σπήτια φέροντες πολλά ζώα εις χρήσιν των ασθενών, των τραυματιών, και των αδυνάτων· παρήγγειλαν δε να μη εξέλθη η φρουρά ειμή αφ’ ού προσβάλωσιν εκείνοι πρώτοι τα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Λαβούσα η φρουρά την απάντησιν ταύτην προητοιμάζετο εις την διέξοδον, και κατασκευάσασα τρεις ξυλίνους και πλατείας γεφύρας ετρύπησε το τείχος και τας έθεσεν επί της τάφρου έμπροσθεν του καρκινοειδούς προφράγματος και των προτειχισμάτων του Μπότσαρη και του Μακρή· δεν τας έβλεπε δε ο εχθρός, διότι τας εκάλυπτεν η πρόταφρος. Υπερεννεακισχίλιαι ψυχαί ήσαν ταις ημέραις εκείναις εν τη πόλει, διότι μετά την απομάκρυνσιν του Κιουταχή εθεωρήθη η πολιορκία ως λελυμένη, και πολλαί καταφυγούσαι, αρξαμένης της πολιορκίας, εις Κάλαμον οικογένειαι επανήλθαν εις την πόλιν, και εκ της αιτίας ταύτης εφθάρησαν ταχύτερον αι εν αυτή τροφαί. Εξ όσων δε ευρίσκοντο εν τη πόλει, δισχίλιοι πεντακόσιοι ήσαν οι οπλοφόροι, εν οις και πολλοί πάσχοντες· οι δε λοιποί εργάται, γυναίκες, παιδία, γέροντες και ασθενείς· όλοι δε, οπλοφόροι και μη, έχοντες προ οφθαλμών τον θάνατον εξεπλήρωσαν όσα η θρησκεία προ της τελευτής κελεύει, και έκαυσαν και πολλά πράγματα εξ όσων δεν εδύναντο να μεταφέρωσιν.
Εν τούτοις ήλθεν η δεκάτη απριλίου· πάμπολλοι ήσαν οι κατάκοιτοι· εξ αυτών, οι μεν μη δυνάμενοι να κινηθώσιν ηναγκάζοντο να περιμείνωσι τον διά σφαγής θάνατον επί κλίνης, οι δε οπωσούν ευρωστότεροι μετετέθησαν εντός τινων των δυνατοτέρων οικιών, όπου ήσαν πολεμεφόδια, επί σκοπώ να πολεμήσωσι μέχρι τελευταίας πνοής και έπειτα να καώσιν· έμειναν δε παρ’ αυτοίς και πολλοί στενοί συγγενείς των μη υποφέροντες ν’ αποχωρισθώσι και προτιμήσαντες να συναποθάνωσι πολεμούντες· ήσαν δε καί τινες των εναπομεινάντων οίτινες, θαρρυνόμενοι υπό των επί της πολιορκίας συνήθων νικών, ήλπιζαν, ότι εξορμώσα όλη διά μιας η ατρόμητος εκείνη φρουρά θα διεσκόρπιζε τους πολιορκούντας και θ’ απήλλαττε την πόλιν των επικειμένων δεινών.
Δύοντος του ηλίου, ηκούσθη τουφεκισμός προς την κορυφήν του Ζυγού κατά το μέρος του αγίου Συμεώνος. Ο τουφεκισμός ούτος, όστις εσήμαινεν ότι ήλθεν εκεί η έξωθεν βοήθεια, έβαλε μεν εις κίνησιν την φρουράν ως προς την έξοδον, αλλ’ έβαλεν εν ταυτώ εις υποψίαν και τον εχθρόν μαθόντα συγχρόνως διά τινος λειποτάκτου αλλοδαπού όσα εμελετώντο. Περί δε την β’ ώραν της νυκτός συνήχθησαν η φρουρά και το πλήθος, όσον ήτο δυνατόν αταράχως, δοθέντος του σημείου, όπου ετέθησαν αι γέφυραι προ ολίγου· αι πλείσται των γυναικών ενεδύθησαν και ωπλίσθησαν ως άνδρες· ωπλίσθησαν και όσα παιδία εδύναντο να οπλοφορώσι· λαμπρώς δ’ εφώτιζε την νύκτα εκείνην η σελήνη τον ορίζοντα. Οι δε συναχθέντες διηρέθησαν εις τρία σώματα υπό την οδηγίαν το μεν του Νότη Μπότσαρη, το δε του Κίτσου Τσαβέλλα, το δε του Μακρή· εν τοσούτω εγίνετο και η υπηρεσία του φρουρίου ως σύνηθες προς απάτην του εχθρού. Και εν πρώτοις εξήλθαν χίλιοι της φρουράς και εκάθησαν σιωπηλοί υπό την πρόταφρον· εξήλθαν κατόπιν και τα αδύνατα μέλη, αλλά τόσον ατάκτως ωθούντα και ωθούμενα επί των γεφυρών, ώστε πολλά έπεσαν εντός της τάφρου· εξήλθαν επί τέλους και οι λοιποί οπλοφόροι· αλλά πολλοί των Μεσολογγιτών εξ αιτίας των διά τας βαρείας ασθενείας εναπομεινάντων συγγενών των εβράδυναν να εξέλθωσιν, αποχαιρετούντες οι πολυπαθείς του θανάτου τον αποχαιρετισμόν και αποχαιρετούμενοι· τινές δε αυτών ουδ’ επρόφθασαν να εξέλθωσιν· ησύχαζαν δε οι εκτός του τείχους συνενωθέντες, και ανέμεναν την έναρξιν της έξωθεν προσβολής, ως προεσχεδιάσθη. Μετά τον επί της δύσεως του ηλίου τουφεκισμόν ουδεμία άλλη τουφεκία έπεσεν έξωθεν, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες, ότι οι Έλληνες εξήλθαν ήδη και ησύχαζαν όπισθεν της προτάφρου, ήρχισαν να κανονοβολώσι και τουφεκίζωσι. Πρηνείς έκειντο οι πυροβολούμενοι εις αποφυγήν του επιρριπτομένου πυρός· αλλ’ αφ’ ού, αναμείναντες ικανήν ώραν, είδαν ότι δεν επραγματοποίουντο όσα επροσδόκουν έξωθεν, και ότι επυροβολούντο θανατηφόρως, ανεγερθέντες όλοι, ε μ π ρ ό ς, ανέκραξαν, ε μ π ρ ό ς, και αλαλάζοντες, και θαρρύνοντες αλλήλους επροχώρουν· και το μεν υπό τον Μπότσαρην σώμα κατέλαβε την οδόν του Μποχωρίου, το δε υπό τον Μακρήν την του Ανατολικού, το δε υπό τον Τσαβέλλαν την μέσην· σκοπόν δε είχαν να ενωθώσι τα τρία ταύτα σώματα προς τους πρόποδας του Ζυγού κατά την άμπελον του Ραζοκότσικα την επί της οδού της επί του όρους μονής του αγίου Συμεώνος δύο ώρας μακράν του Μεσολογγίου.
Αλλά μόλις επροχώρησαν, και αίφνης ηκούσθη φωνή λέγουσα «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και επί τη φωνή ταύτη οι όπισθεν ερχόμενοι Μεσολογγίται, άνδρες, γυναίκες, παιδία καί τινες μη εντόπιοι, εν οις και ο Γεώργος Τσαβέλλας, ανεστράφησαν· αλλ’ οι λοιποί επροχώρουν ως και προτέρον, και ούτε τα διπλά και τριπλά χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών, ούτε το ακοίμητον κατ’ αυτών πυρ ίσχυσαν ν’ αναστείλωσι την ορμήν των. Ηναγκάζοντο δε οι Τούρκοι να υποχωρώσιν επί τη ορμή και ωρυγή των. Ημιώριον δε απομακρυνθέντες του φρουρίου, έπεσαν εν μέσω του ιππικού του εχθρού, οι μεν υπό τον Μακρήν και τον Τσαβέλλαν του υπό τον Κιουταχήν όπισθεν ισταμένου του στρατοπέδου αυτού, οι δε υπό τον Μπότσαρην του υπό τον Ιβραήμην ελθόντος επίτηδες από του Μποχωρίου· και οι μεν υπό τον Μπότσαρην και Τσαβέλλαν ολίγην βλάβην έπαθαν, οι δε υπό τον Μακρήν μεγίστην. Αφ’ ού δε διεπορεύθησαν, έφθασαν, οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν εις τους πρόποδας του Ζυγού, ό εστιν εις ην εθεώρουν ως το τέρμα των κινδύνων των θέσιν και υπό το πυρ των έξωθεν εις αντίληψιν αναμενομένων Ελλήνων· αλλ’ αντί φίλων ηύραν πολυαρίθμους Αλβανούς υπό τον Μουστάμπεην και έπαθαν τα πάνδεινα καταδιωχθέντες και επ’ αυτού του όρους. Πεντακόσιοι απωλέσθησαν εκ της φρουράς επί της διεξόδου· όλαι δε αι συνακολουθούσαι γυναίκες, εκτός επτά, και όλοι οι παίδες, εκτός τριών ή τεσσάρων, εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν, τινές μεν επί της διά των εχθρικών χαρακωμάτων και της ανάμεσον του ιππικού πορείας των, οι δε πλειότεροι εν ταις υπωρείαις· διαρκούντος δε του κινδύνου ουδεμίαν ηύραν έξωθεν βοήθειαν· 50 μόνον στρατιώται υπό τον Δράκον και τον Πανομάραν τοις έφεραν το μεσονύκτιον ολίγην τροφήν. Νυκτοπορούντες οι περί τον Μπότσαρην, τον Τσαβέλλαν και τον Μακρήν εξημερώθησαν επί της κορυφής του όρους κακήν κακώς εξ αιτίας της ταλαιπωρίας, της πείνας και του κόπου. Την δε επαύριον έφθασαν οι πλείστοι εις Δερβέκισταν, χωρίον του Αποκούρου, όπου ουδένα ηύραν των κατοίκων, προς μικράν περίθαλψιν, αλλά μόνον ολιγάριθμά τινα σώματα του Κώστα Μπότσαρη και άλλων οπλαρχηγών δικαιολογουμένων, ότι διά την ολιγότητα των περί αυτούς και την μη εμφάνισιν των πολλών δεν εδυνήθησαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των. Έμειναν δε οι διασωθέντες εν τω χωρίω όλην την ημέραν· την δε επαύριον μετέβησαν εις Πλάτανον των Κραββάρων, όπου διέμειναν 8 ημέρας αναμένοντες τους τήδε κακείσε διασπαρέντας· εκείθεν υπήγαν εις Σάλωνα. Κακώς έχοντες προ της εξόδου τόσον εταλαιπωρήθησαν μετά την έξοδον, και τόσοι απέθαναν καθ’ οδόν πεινώντες και κακουχούμενοι, ώστε απαριθμηθέντες, αφ’ ού έφθασαν ει τα Σάλωνα, ευρέθησαν όλοι οι διασωθέντες 1300, εν ώ οι της φρουράς μόνοι ήσαν επί της εξόδου των 2500.
Δεινότερα δε και ολεθριώτερα ήσαν τα παθήματα των εν τη πόλει απομεινάντων και των επανελθόντων. Εν ώ η φρουρά και οι παρακολουθούντες εξήρχοντο της πόλεως, οι εχθροί εισήρχοντο· εισερχόμενοι δε απήντησαν τους συγχρόνως επανερχομένους επί τη ακουσθείση φωνή «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω» και τους μεν άνδρας εθανάτωσαν, τας δε γυναίκας και τα παιδία ηχμαλώτισαν· μόνοι οι υπό τον Γεώργον Τσαβέλλαν επρόλαβαν και εξήλθαν εκ δευτέρου διά της παραλίας οδού, και πεσόντες εν μέσω του εχθρικού ιππικού επιστρέφοντος εις Μποχώρι, οι μεν απωλέσθησαν, οι δε διεσώθησαν. Αλλ’ η θανατηφόρος εκείνη προς τους στραφέντας εις τα οπίσω φωνή δεν ήτο φωνή επιβούλων χειλέων. Τινές των προπορευομένων επί της διεξόδου εθεώρησαν ως ανυπέρβλητα εμπόδια της προόδου τα ελικοειδή χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών και ως τόσους τάφους ανεωγμένους· διά τούτο προτιμώντες τον επί των πυροβολοστασίων του τείχους θάνατον ως ενδοξότερον, έκραξαν «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και εστράφησαν και αυτοί οπίσω.
Πατήσαντες δε οι εχθροί την πόλιν έστρεψαν εν πρώτοις το πυρ του τείχους κατά των οικιών, και έπειτα διεσπάρησαν εις λεηλασίαν, εις σφαγήν, και εις αιχμαλωσίαν. Πυροβολισμοί, κραυγαί, ολολυγμοί, μαχαιροκτυπήματα και εκπυρσοκροτήσεις ηκούοντο όλην την νύκτα. Η υπό το προτείχισμα του Μπότσαρη μεγάλη πυριτοθήκη, εξαφθείσα πρώτη διά χειρός Ελλήνων, διέρρηξε το προτείχισμα και κατέστρεψε πολλούς εχθρούς· εξήφθη ωσαύτως και η προς το δυτικόν παράλιον και ανέτρεψεν εκ βάθρων την παρακειμένην οικίαν, όπου εξέπνευσεν ο Βύρων· διερράγησαν υπό πυρός επίσης Ελλήνων και αι οικίαι, εν αις συνεσωρεύθησαν οι πάσχοντες· επί δε τη διαρραγή εξετινάσσοντο συμμίγδην εις τον αέρα οι εν αυταίς Έλληνες και οι πατούντες αυτάς εχθροί. Όλη η πόλις εκυριεύθη την νύκτα εκείνην πλην ο εν τω παρακειμένω νησιδίω Ανεμόμυλος, όπου εφυλάττετο πολλή πυρίτις· διέμεινε δε σώος ο Ανεμόμυλος μέχρι της 12, καθ’ ήν διερράγη και αυτός υπό πυρός Ελλήνων. Παθόντες οι περί τον Κιουταχήν και τον Ιβραήμην υπό των Ελλήνων, αν και ψυχορραγούντων, έπαθαν και αφ’ εαυτών αλληλοφονευόμενοι χάριν των λαφύρων, έως ου υπερισχύσαντες οι περί τον Ιβραήμην εκράτησαν αυτοί μόνοι την πόλιν και απεδίωξαν τους περί τον Κιουταχήν. Οι γνωστότεροι δε των επί της εξόδου θανατωθέντων ήσαν εκ μεν των εντοπίων ο Αναστάσιος Παλαμάς, ο Πάνος Παπαλουκάς, ο Πέτρος Γουλημής, ο Γεώργιος Ψαράντος, ο Κωνσταντίνος Καρπούνης, ο Κωνσταντίνος Τρικούπης, και ο Αθανάσιος Ραζοκίτσικας, γενικός αρχηγός των συμπολιτών του, και τα μέγιστα διαπρέψας διά την πολλήν ικανότητά του, την ακλόνητον καρτερίαν του και τον ακάματον ζήλον του· εκ δε των λοιπών οι οπλαρχηγοί Στουρνάρης και Σαδήμας, ο τειχοποιός Κοκκίνης, ο συντάκτης των ελληνικών χρονικών Ελβετός Μέγερος, οι φιλέλληνες Γερμανοί, Στιτσεμβέργης, Διττμάρης, Δελωνέης, Λουτσόφφης, Κλέμπης, Σίπανος, Πολωνός τις, και ο επίσκοπος Ρογών Ιωσήφ. Ο αρχιερεύς ούτος, ο καθ’ όλην την πολιορκίαν διακριθείς διά τον ένθερμον πατριωτισμόν του, δεν επρόφθασε να εξέλθη, και φθάσας επί του τείχους καθ’ ήν ώραν εισήρχοντο οι εχθροί έρριψε δαυλόν είς τινα παρακείμενον φυσεκοφόρον πίθον, ερρίφθη εις αυτόν καιόμενον, ημιεκάη, και ημίκαυστος απεκεφαλίσθη. Εφονεύθη επί της εξόδου και ο Παπαδιαμαντόπουλος (*). Καθ’ όν καιρόν εκινδύνευεν η πόλις, διεβιβάσθη ούτος εις Ζάκυνθον επί προμηθεία τροφών· ο κίνδυνος εκορυφώθη μετ’ ολίγον και οι φίλοι του τον εσυμβούλευσαν να μη επανέλθη· αλλ’ ούτος επανήλθεν εν μέσω των συναγωνιστών του, ειπών προς τους αποτρέποντας αυτόν, «ή θα σωθώ ή θ’ αποθάνω μετ’ αυτών». Αξιοθαύμαστος είναι και η επί της εξόδου διαγωγή και τελευτή του Χρήστου Καψάλη, ενός των προκρίτων της πόλεως. Είδε το πρωί της ημέρας εκείνης την προ πολλού πάσχουσαν σύμβιόν του εκπνεύσασαν, την ησπάσθη ακλαυστεί, και στραφείς προς τον υιόν του Αποστόλην παρόντα και κλαίοντα, «Μη κλαίε, υιέ μου», είπε· «μάλλον χαίρε, διότι απέθανεν η μήτηρ σου και δεν έπαθε τα δεινά της τουρκικής αιχμαλωσίας· άκουσε τώρα τους τελευταίους λόγους του πατρός σου· διέξελθε μετά των λοιπών την εσπέραν ταύτην, προσπάθησε να σωθής, και μη φροντίσης περί εμού· εγώ είμαι ασθενής και προβεβηκώς, ουδεμίαν ελπίδα έχω συνδιεξερχόμενος να σωθώ, και προτιμώ ν’ αποθάνω εντός της πόλεως ή να αιχμαλωτισθώ επί της διεξόδου». Ταύτα είπε, τον ενηγκαλίσθη και τον απεχαιρέτησε. Και ο μεν υιός απεχωρίσθη του πατρός κλαίων, και διεξελθών εσώθη· ο δε πατήρ, στηριζόμενος επί της βακτηρίας του, περιήλθε τας οδούς καλών ασθενείς και γέροντας να τον συνακολουθήσωσι· πολλοί υπήκουσαν, και συνελθόντες εις το φυσεκοδετείον εκλείσθησαν, και ψάλλοντες οι μεν εξοδίους, οι δε πατριωτικούς ύμνους, προσήνεγκαν εαυτούς ολοκαυτώματα επί τη εισβολή των εχθρών.
Αλλ’ η πόλις του Μεσολογγίου, η δοξάσασα την Ελλάδα ζώσα, έμελλε να την αναστήση και πεσούσα· διότι αποδείξασα πασιφανώς, ότι Έλληνες και Τούρκοι ήσαν εις το εξής ασυμβίωτοι και αδιάλλακτοι, επετάχυνε διά της σωτηριώδους παρεμβάσεως των τριών Δυνάμεων το ευτυχές τέρμα της επαναστάσεως.
Χίλιοι εννεακόσιοι ηριθμήθησαν οι κατά διαφόρους τρόπους αποθανόντες επί της πολιορκίας Έλληνες· άδηλον πόσοι οι αποθανόντες εκ των υπό τον Κιουταχήν, διότι ως και άλλοτε είπαμεν, δεν διατηρούνται παρά τοις ατάκτοις στρατολογία, και άλλοι μεν αυτογνωμόνως έρχονται, άλλοι δε άνευ αδείας απέρχονται· αλλ’ οι υπό τον Ιβραήμην οπλοφορούντες τακτικοί, απαριθμηθέντες μετά την άλωσιν της πόλεως, ευρέθησαν 3500, εν ώ οι υπ’ αυτόν ελθόντες εις πολιορκίαν ήσαν κατά μέν τινας 8000, κατ’ άλλους δε 10,000. Εντεύθεν καταφαίνεται επί ποία τιμή ηγοράσθησαν τα ερείπια της πόλεως και οποίοι εφάνησαν οι υπέρμαχοί της.

(*) Εκ των δύο άλλων μελών της διευθυνούσης τα της δυτικής Ελλάδος επιτροπής, ο μεν Θέμελης απέθανεν εν Μεσολογγίω επί της πολιορκίας, ο δε Καναβός δεν συνεπολιορκήθη.

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

Advertisements
This entry was posted in 1821, ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ, ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821, ΗΡΩΪΚΩΣ ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s