Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, (6/4/1886 – 7/7/1972)

https://i1.wp.com/omogeneia-turkey.com/IMAGES/id-id-atinagoras-0006.jpgΓεννήθηκε στα Τσαραπλανά (σημερινό Βασιλικό) της Ηπείρου, που εκείνη την περίοδο ακόμα αποτελούσε έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και το κοσμικό του όνομα ήταν Αριστοκλής Σπύρου.
Το 1903 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή Χάλκης.
Το 1910, έλαβε το πτυχίο του στη θεολογία, εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος.
Το 1919, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης τον προσέλαβε αρχιδιάκονο και γραμματέα της Αρχιεπισκοπής. Μετά την επικράτηση του κινήματος του 1922, ανέλαβε γραμματέας της «Παγκληρικής Ένωσης», μιας κίνησης αγάμων κληρικών φίλα προσκείμενων στη βενιζελική παράταξη, που είχε ως συνέπεια στο τέλος του ίδιου έτους, τον Δεκέμβριο του 1922, επί επαναστατικής κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα, και ενώ ακόμα ήταν διάκονος, να χειροτονηθεί επίσκοπος και να εκλεγεί Μητροπολίτης Κέρκυρας.

Το 1930, ορίστηκε από την Ιερά Πατριαρχική Σύνοδο Αρχιεπίσκοπος Βορείου και της Νοτίου Αμερικής και χρημάτισε σε αυτή τη θέση μέχρι το 1948. Κατά τη διάρκεια της εκεί θητείας του κατόρθωσε να ενώσει τις διαιρεμένες από τον εθνικό διχασμό κοινότητες, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ανέγερση ναών και σχολείων και ίδρυσε την ελληνορθόδοξη σχολή θεολογίας του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη.

Κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπίας του στις ΗΠΑ ο Αθηναγόρας είχε καλλιεργήσει στενές σχέσεις με κορυφαίες προσωπικότητες της χώρας όπως με το προεδρικό ζεύγος Φραγκλίνου και Ελεονόρας Ρούζβελτ και περισσότερο ιδιαίτερα με τον πρόεδρο Χάρρυ Τρούμαν.

Η οικουμενιστική τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τον 20ό αιώνα (και ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του αιώνος) ανέτρεψε την εκκλησιολογική τάξη και παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Κορυφαίος θεμελιωτής αυτής της ανατροπής υπήρξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, τα οικουμενιστικά ανοίγματα του οποίου σημάδεψαν την μετέπειτα πορεία της οικουμενικής κινήσεως. Η πολιτική Αθηναγόρα ακολουθείται απαρέγκλιτα και σήμερα συνεχίζοντας την εκκλησιολογική εκτροπή από την ορθόδοξη παράδοση.

Κορυφαία όσο και καθοριστική εκδήλωση του ενεργού ενδιαφέροντος και ενασχολήσεως της αμερικανικής πολιτικής με τις υποθέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η επιλογή και επιβολή το 1948 στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα.
Είναι ο μοναδικός Πατριάρχης που εκλέγεται στον Οικουμενικό Θρόνο, χωρίς να έχει την τουρκική υπηκοότητα, όπως προβλέπεται από την Συνθήκη της Λωζάνης. Είχε προηγηθεί ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του Πατριάρχη Μαξίμου του Ε’ καί η διαγραφή από την τουρκική κυβέρνηση όλων των Ιεραρχών της ενδημούσης συνόδου από τον κατάλογο υποψηφίων.

Η πολύχρονη πατριαρχία Αθηναγόρα στάθηκε κατά κοινή ομολογία παράτολμη και ανατρεπτική. Είτε την κρίνει κανείς με τα επιχειρήματα των επικριτών είτε με τα αντίστοιχα των υμνητών του καταλήγει στο ίδιο πάντα συμπέρασμα ότι οι τομές που επέφερε και οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε, ιδιαίτερα στο θέμα του διαλόγου με τους ετεροδόξους, υπήρξαν εξαιρετικά καινοτόμες και ρηξικέλευθες.

Η αποδοχή, λοιπόν, των επιχειρημάτων της μίας η της άλλης πλευράς, εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τα κριτήρια που θέτει κανείς, για να αποτιμήσει την συνολική παρουσία του στον Οικουμενικό Θρόνο και την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αν ως κριτήριό μας θέτουμε την διεθνή ακτινοβολία και αναγνώριση, την κοινωνική και πολιτική καταξίωση, την διπλωματική δεινότητα και ευστροφία, την πρόσδοση κύρους και προβολής στο Φανάρι και άλλα ανάλογα, τότε ναι, ήταν μια «μεγαλειώδης πατριαρχία» αυτή του Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο η επιλογή ήταν δεδομένη και την είχε εκμυστηρευτεί αποκαλυπτικά στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, ο ίδιος ο Πατριάρχης Αθηναγόρας: «Από αυτή την κατάθλιψη στην οποία ζούμε εδώ επί αιώνες, δεν είναι δυνατόν να μας βγάλει κανείς. Πρέπει να βγάλουμε εμείς τον εαυτό μας, κοιτάζοντας προς την Δύση, προς την Ευρώπη γενικά και τις Εκκλησίες της Δύσεως».
Σε ο,τι αφορά, όμως, στα θέματα της πίστεως τότε τα παραπάνω κριτήρια δεν έχουν καμμία θέση στην αξιολόγηση των επιλογών. Τουναντίον μάλιστα αποτελούν τροχοπέδη για την διατήρηση της ακρίβειας και της αλήθειάς της.

Δυστυχώς η ταύτιση των συμφερόντων (των καλώς έστω νοουμένων) του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τις επιλογές του σε ζητήματα πίστεως στάθηκε ολέθρια και δεν έπαψε μέχρι και σήμερα να μας αποπροσανατολίζει, να μας παραπλανά και να μας παγιδεύει στο διχαστικό, όσο και τεχνητό, δίλημμα: η τα οικουμενιστικά ανοίγματα η η παρακμή και η απώλεια του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.

Έτσι η υποστήριξη των εκάστοτε πρωτοβουλιών του Φαναρίου έγινε ταυτόσημη με την υποστήριξη του ίδιου του θεσμού του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Αλλά και αντίστροφα, κάθε κριτική προς τις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκλαμβάνεται ως πολεμική και απαξίωση του ίδιου του θεσμού. Αυτός ο διχασμός έλαβε την μορφή και την ισχύ αξιώματος. Έγινε πάγια τακτική του Φαναρίου, δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής, κοινός τόπος στην ακαδημαϊκή θεολογία, κατευθυντήρια γραμμή στον τύπο και όλα τα ΜΜΕ, μόνιμο σύνθημα όλων των οικουμενιστών.

Γενικά συμπεράσματα

Γενικά ο Αθηναγόρας Α΄ δραστηριοποιήθηκε στην οικουμενική κίνηση, επιδιώκωντας να καθιερώσει τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ των Χριστιανών. Ίσως η πιο ξεχωριστή στιγμή, ήταν η συνάντησή του με τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ στην Ιερουσαλήμ, το 1964, η οποία οδήγησε στην αμοιβαία άρση των αναθεμάτων, που είχαν χωρίσει τους ορθόδοξους και ρωμαιοκαθολικούς Χριστιανούς από το Σχίσμα του 1054.

Αυτή η συμβολική χειρονομία άνοιξε τη δυνατότητα του αυθεντικού διαλόγου μεταξύ των Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών για πρώτη φορά μετά από αιώνες.
Σημαντική επίσης υπήρξε η δραστηριότητα του Αθηναγόρα στην ενίσχυση της εσωτερικής ιεραποστολής στο κλίμα της αρχιεπισκοπής της Κωνσταντινούπολης, αναδιοργάνωσε την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης με διορισμούς νέων καθηγητών και της μόρφωσης επιστημονικών στελεχών, καθώς επίσης και βελτίωσε ζωηρά τις σχέσεις με τις τουρκικές Αρχές.
Επί της Πατριαρχίας του οργανώθηκαν πληρέστερα οι ορθόδοξες παροικίες εξωτερικού, με την ανύψωση των Μητροπόλεων Θυατείρων (Δυτικής Ευρώπης) και Αυστραλίας σε Αρχιεπισκοπές, πλαισιώνοντάς τες με βοηθούς επισκόπους.
Επίσης ενισχύθηκε η συνεργασία με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, με το διορισμό μόνιμου αντιπροσώπου στην έδρα του Οργανισμού αυτού στη Γενεύη.
Το 1959 επισκέφθηκε τα πρεσβυγενή πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής (Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας) και ανέλαβε τη προσπάθεια συγκρότησης πανορθόδοξου συνεδρίου στη Ρόδο το 1961. Τέλος, το 1951 και το 1960 παρασκεύασε Άγιο Μύρο.
Παρά το κύρος και τη διεθνή αναγνώριση που απέκτησε το Πατριαρχείο επί πατριαρχίας του Αθηναγόρα, αυτή συνδυάστηκε με τα θλιβερά γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955, τα λεγόμενα Σεπτεμβριανά, όταν κατευθυνόμενος «άνωθεν», όπως αποδείχθηκε στη δίκη του Αντνάν Μεντερές το 1961, τουρκικός όχλος επέδραμε κατά των ελληνικών καταστημάτων, οικιών και εκκλησιών, προβαίνοντας σε εκτεταμένες καταστροφές και λεηλασίες. Από τα γεγονότα αυτά και έπειτα, κάτω από τις αυξανόμενες πιέσεις του τουρκικού κράτους ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης εξωθήθηκε να εγκαταλείψει σταδιακά τις εστίες του, με αποτέλεσμα τη στιγμή του θανάτου του να έχουν απομείνει 100.000.

Ο Οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας πέθανε στις 7 Ιουλίου 1972 και αναπαύεται στο Κοιμητήριο Οικουμενικών Πατριαρχών στη Μονή Βαλουκλή στην Κωνσταντινούπολη.

omogeneia-turkey.com

Advertisements
This entry was posted in ΑΦΙΕΡΩΜΑ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΚΛΗΡΟΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s